petraΠολιτιστικός Σύλλογος Αηδημητρινών Θεσσαλονίκης
"H Πέτρα"

 

Ιστορία

23 Φλεβάρη 1943

Παραθέτουμε απόσπασμα από το βιβλίο του Διδάκτορα Νεότερης και Σύγχρονης ιστορίας του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Στράτου Δορδανά

ΤΟ ΑΙΜΑ ΤΩΝ ΑΘΩΩΝ

ΑΝΤΙΠΟΙΝΑ ΤΩΝ ΓΕΡΜΑΝΙΚΩΝ ΑΡΧΩΝ ΚΑΤΟΧΗΣ ΣΤΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ,1941-1944

A total of 1106 Latuda-treated patients had at least 24 weeks and 371 Latuda-treated patients had at least 52 weeks hop over to this web-site Of 120 previously untreated patients with non-metastatic disease treated with dactinomycin.

 Στις αρχές του 1943, νεοσύστατες αντάρτικες ομάδες έκαναν αισθητή την παρουσία τους και σε άλλες περιοχές εντός της Γερμανικής ζώνης κατοχής. Η εμφάνιση τους τη δεδομένη χρονική στιγμή ήταν σύμφωνη με την απόφαση για την οργάνωση και διεξαγωγή μαζικού ανταρτοπόλεμου που έλαβε η Β Πανελλαδική Συνδιάσκεψη του ΚΚΕ στις αρχές Δεκεμβρίου του 1942 στην Αθήνα. Στα βασικά καθήκοντα τους περιλαμβανόταν η παρεμπόδιση κάθε σχεδίου πολιτικής επιστράτευσης, της αποστολής Ελλήνων εργατών στη Γερμανία και της παραγωγής και μεταφοράς πρώτων υλών, χρήσιμων στην πολεμική προσπάθεια των κατακτητών.

 Στόχος των πρώτων επιχειρήσεών τους ήταν η εξασφάλιση οπλισμού, που επιτεύχθηκε με τον αφοπλισμό των κατά τόπους σταθμών της χωροφυλακής. Ο εφοδιασμός με τις αναγκαίες, δια τη διενέργεια δολιοφθορών, εκρηκτικές ύλες, αλλά και η επιδίωξη παρακώλυσης της διαδικασίας παραγωγής, έθεσαν επίσης στο στόχαστρο τα μεταλλεία χρωμίου και μόλυβδου. Μεταλλεία που αποτέλεσαν στη συνέχεια στόχο των ανταρτών ήταν αυτά στον έξαρχο, το Χρώμιο και τη Ροδιανή, νοτιοδυτικά της Κοζάνης, καθώς και το μεταλλείο χρωμίου κοντά στο χωριό Άγιος Δημήτριος Ολύμπου.

 Τη νύχτα της 18ης Φεβρουαρίου 1943, τμήμα του ΕΛΑΣ Θεσσαλίας με αρχηγό τον Φιλώτα Αδαμίδη (Κατσώνη), επιτέθηκε στο μεταλλείο, κατέστρεψε τις εγκαταστάσεις και συνέλαβε ομήρους τον γερμανό επιστάτη Χάρτμαν και τον μεταλλωρύχο Τσένκε. Τις επόμενες μέρες έσπευσε στην Κατερίνη από τη Θεσσαλονίκη ο ειδικός οδηγός Κλάασεν, συνοδευόμενος από δύο άντρες της Μυστικής Στρατιωτικής Αστυνομίας, με σκοπό να συλλέξει περισσότερες πληροφορίες για το συμβάν.

 Από την επιτόπια έρευνα που διενήργησε ο Κλάασεν κατέληξε στο συμπέρασμα πως οι αντάρτες, οι οποίοι είχαν επιτεθεί στο μεταλλείο, ήταν περίπου τριάντα με πενήντα άντρες. Αφού αιφνιδίασαν τους δύο Γερμανούς, αφαίρεσαν τα όπλα τους και τους συνέλαβαν. Επιπλέον, σύμφωνα πάντα με τον Κλάασεν, οι αντάρτες εξουδετέρωσαν τους τέσσερεις Έλληνες χωροφύλακες που είχαν επιφορτιστεί με τη φύλαξη του μεταλλείου, γεγονός που στοιχειοθετούσε κατηγορία συνεργασίας για τον ένα τουλάχιστον από αυτούς, ο οποίος τη στιγμή της επίθεσης φυλούσε σκοπιά. Στη συνέχεια λεηλάτησαν τα καταλύματα των Γερμανών, αφαιρώντας διάφορα είδη ένδυσης και εξοπλισμού, έπιπλα και τρόφιμα. Επίσης, προξένησαν φθορές στις μηχανές με μια βαριά, σκόρπισαν τις πρώτες ύλες, αφαίρεσαν ποσότητες εκρηκτικών και στο τέλος έβαλαν φωτιά με αποτέλεσμα να καταστραφούν ολοκληρωτικά οι εγκαταστάσεις του μεταλλείου. Από την καταστροφή διασώθηκε μόνο ο εξοπλισμός που υπήρχε στις στοές, καθώς και τα καταλύματα των εργατών. Από το εργατικό δυναμικό ένας ακολούθησε τους αντάρτες. Οι εναπομείναντες επτά εργάτες, μετά την επίθεση, περισυνέλλεξαν και αποθήκευσαν εξαρτήματα και εργαλεία που είχαν μείνει άθικτα.

 Μετά την αποχώρησή του από το μεταλλείο, το τμήμα του ΕΛΑΣ ενώθηκε με την υπόλοιπη ομάδα, δύναμης 200-300 αντρών, και τα ξημερώματα 19ης Φεβρουαρίου μετέβη στον Άγιο Δημήτριο. Στο χωριό υπήρχαν αποθήκες με εφόδια για το μεταλλείο. Από αυτές οι αντάρτες αφαίρεσαν διάφορα είδη πρώτης ανάγκης και δύο βαρέλια με πετρέλαιο και βενζίνη. Τρία βαρέλια ακόμα με καύσιμα που δεν μπορούσαν να μεταφέρουν, τα άδειασαν στο δρόμο.

 Την ίδια ημέρα, η είδηση της επίθεσης μεταδόθηκε τηλεφωνικά από το σταθμό της Στρατιωτικής Χωροφυλακής Κατερίνης προς τις προϊστάμενες υπηρεσίες της Θεσσαλονίκης. Σε σύσκεψη που πραγματοποιήθηκε μεταξύ των αρμοδίων του τμήματος της Στρατιωτικής Οικονομίας και του πρώτου επιτελικού γραφείου του Στρατιωτικού Διοικητή Θεσσαλονίκης αποφασίστηκαν τα μέτρα που θα έπρεπε να ληφθούν τις επόμενες μέρες. Στις 20 Φεβρουαρίου,  δόθηκε διαταγή σε ένα λόχο να κατευθυνθεί σιδηροδρομικώς προς την Κατερίνη και από εκεί στον Άγιο Δημήτριο, με αποκλειστικό σκοπό να συλλάβει ομήρους από το χωριό, ώστε να εξαναγκαστούν οι αντάρτες να απελευθερώσουν τους δύο απαχθέντες Γερμανούς.

 Για μια ακόμη φορά, τα Γερμανικά αντίποινα στράφηκαν εναντίον ενός γειτονικού με το τόπο του συμβάντος χωριού, όπως άλλωστε συνέβη σε ανάλογες περιπτώσεις. Μάλιστα, από την πρώτη στιγμή τονίστηκε με βεβαιότητα από Γερμανικής πλευράς πως οι κάτοικοι συνεργάζονταν στενά με τους «συμμορίτες» και τους είχαν υποστηρίξει κατά την τελευταία επίθεσή τους. Η θέση αυτή ενισχύθηκε περαιτέρω από την αναφορά του Γερμανού απεσταλμένου στην περιοχή, Κλάασεν, πως λίγες ημέρες νωρίτερα είχε δολοφονηθεί από κατοίκους του χωριού ο Έλληνας υπαξιωματικός της χωροφυλακής, ο οποίος είχε τοποθετηθεί εκεί με αποστολή να υποστηρίξει τη λειτουργία του μεταλλείου.

 Τα χαράματα της 21ης Φεβρουαρίου, ο Γερμανικός λόχος, που κατευθυνόταν στον Άγιο Δημήτριο, αντάλλαξε πυρά με την πολιτοφυλακή του χωριού. Το περιστατικό αυτό λειτουργούσε ως ένα είδος προειδοποίησης για την επικείμενη άφιξη των Γερμανών και έδωσε την ευκαιρία σε πολλούς κατοίκους να εγκαταλείψουν το χωριό και να καταφύγουν στα γύρω βουνά, έτσι, όπως διαπιστώθηκε μετά την περικύκλωση του χωριού, οι περισσότεροι κάτοικοί του το είχαν εγκαταλείψει φοβούμενοι τα αντίποινα, με αποτέλεσμα οι Γερμανοί να συλλάβουν, όπως τονίστηκε, «μόνο» 37 ομήρους, ομολογώντας ταυτόχρονα «πως οι περισσότεροι ήταν μεγάλης ηλικίας». Από τους 37 αυτούς ομήρους, οι 32 ήταν κάτοικοι του Αγίου Δημητρίου, οι οποίοι κρατήθηκαν προσωρινά στο σχολείο του χωριού. Ο ένας εξ αυτών καταγόταν από τη Λάρισα και διέμενε προσωρινά στον Άγιο Δημήτριο, όπου εργαζόταν ως κασσιτερωτής. Ένας δεύτερος, εκτελέστηκε κατά την περικύκλωση του χωριού, οι υπόλοιποι πέντε συνελήφθησαν καθοδόν, καθώς την ίδια ημέρα επέστρεφαν από την Κατερίνη στο χωριό τους, το Λιβάδι Ελασσόνας.

 Μετά την σύλληψη των ομήρων, δόθηκε διαταγή στον πρόεδρο του Αγίου Δημητρίου, συνοδεία του κλητήρα, να συναντήσει τους αντάρτες μεταφέροντας τους το γερμανικό τελεσίγραφο, με το οποίο καλούνταν να παραδώσουν τους Γερμανούς ομήρους μέχρι τις 12 π.μ. της 23ης Φεβρουαρίου. Σε διαφορετική περίπτωση θα εκτελούνταν οι όμηροι. Το απόγευμα της 21ης του ίδιου μήνα, το γερμανικό τμήμα αποχώρησε από τον Άγιο Δημήτριο, μεταφέροντας τους ομήρους στην Κατερίνη. Στη διαδρομή έπεσε σε ενέδρα ομάδας του ΕΛΑΣ, με συνέπεια να τραυματιστούν τρεις στρατιώτες, ενώ δραπέτευσε ένας από τους κρατούμενους.

 Μια ημέρα πριν εκπνεύσει η προθεσμία και συγκεκριμένα το πρωί της 22ας Φεβρουαρίου, οι Γερμανικές αρχές της Κατερίνης έστειλαν ένα αυτοκίνητο στον Άγιο Δημήτριο με σκοπό να μεταφέρει τους δύο Γερμανούς σε περίπτωση που αυτοί είχαν αφεθεί ελεύθεροι. Την ίδια μέρα, αντιπροσωπεία τεσσάρων κατοίκων του Αγίου Δημητρίου, οι συγγενείς των οποίων ήταν ανάμεσα στους ομήρους, μετέβη στο χωριό Πύθιο για να συναντήσει τους αντάρτες και να τους πείσει να απελευθερώσουν τους Γερμανούς. Τελικά, όχι μόνο δεν κατάφεραν να πετύχουν το στόχο τους, αλλά κατηγορήθηκαν από τους αντάρτες ως γερμανόφιλοι και απειλήθηκαν με φυλάκιση.

 Καθώς το αυτοκίνητο δεν επέστρεψε μέχρι την ορισθείσα καταληκτική ημερομηνία, οι Γερμανοί εκτέλεσαν τους τριάντα επτά ομήρους κοντά στο σιδηροδρομικό σταθμό Κατερίνης. Με τους τριάντα επτά εκτελέστηκε και ο συλληφθείς την ίδια ημέρα πρώην Δήμαρχος Κατερίνης, Αιμίλιος Ξανθόπουλος, ενώ ένα ακόμη άτομο που είχε εκτελεστεί στον Άγιο Δημήτριο, ανέβασε τον συνολικό αριθμό των εκτελεσθέντων σε τριάντα εννιά. Την ίδια τύχη επεφύλαξαν και οι αντάρτες στους δύο Γερμανούς ομήρους.

 

ΕκτύπωσηΗλεκτρονικό ταχυδρομείο