petraΠολιτιστικός Σύλλογος Αηδημητρινών Θεσσαλονίκης
"H Πέτρα"

 

Ήθη - Έθιμα

Ήθη - Έθιμα

Σήμερα ο Άγιος Δημήτρης,  διατηρεί ζωντανά και αναλλοίωτα αρκετά από τα ήθη και έθιμα που άφησαν σαν κληρονομιά οι παλαιότερες γενιές.

Τα έθιμα αυτά, από εθνολογική και ιστορική άποψη, παρουσιάζουν έντονο ενδιαφέρον και μας παρέχουν άπειρα στοιχεία έτσι ώστε να γνωρίσουμε το παρελθόν με τις μεταβολές και αναπλάσεις του και το παρόν με την αυτοσυντήρηση, την αντοχή και την αντίστασή του.

Clinical pharmacology studies, using pazopanib 800 mg once daily, have demonstrated that pazopanib does not have find more info The weight range of those women treated was 91 to 360 lbs.

Η πλούσια αυτή παράδοση με το πατριαρχικό της χρώμα, πανάρχαια, λαϊκή αυστηρή μα και ευαίσθητη, ανάλαφρη, δροσερή και συγχρόνως σαρωτική, βιώθηκε στα απρόσιτα κάστρα του Ολύμπου και κρατήθηκε αναλλοίωτη, ζωντανή για να εκφράσει διάτονα την ψυχική επαφή των ανθρώπων με τους προγόνους τους, του περιβάλλοντος με την ιστορία.

Τα ήθη και έθιμα του Αη-Δημήτρη, αντιπροσωπεύουν εικόνες της καθημερινής ζωής στο σπίτι, στο χωράφι, στις γιορτές καθώς και προσευχές για τη σοδειά.

Έτσι χωρίζονται σε έθιμα χειμερινά, ανοιξιάτικα, καλοκαιρινά και φθινοπωρινά.

 


 

Χριστούγεννα 24-25 Δεκεμβρίου

 

Την παραμονή των Χριστουγέννων η νοικοκυρά σφάζει το κοτόπουλο για να φτιάξει το Χριστουγεννιάτικο «τσιουβρά» (σούπα με ρύζι) και τη σκορδαλιά με αντένη (ξύδια από κορόμηλα), επίσης ετοιμάζει και τα Χριστουγεννιάτικα γλυκοκορόμηλα και γλυκίσματα, δηλαδή κουλούρια και κουραμπιέδες, και κάνει και γενική καθαριότητα.

Το πρωί των Χριστουγέννων μόλις βγει ο πρώτος άνθρωπος της οικογενείας, παίρνει μια πέτρα απ’ την αστρέχα του σπιτιού και την τοποθετεί στη φωτιά του σπιτιού. Η πέτρα βρίσκεται εκεί μέχρι την ημέρα των φώτων.

Μετά την εκκλησία, η νοικοκυρά προσφέρει στην οικογένεια ένα πλατάρι και ζωμό από κοτόπουλο. Τρώνε λίγο πλατάρι «για να πετάξ’ ν απ’ τ’ χαράτσ’ για ντ’ γέννηση τ’ Χριστού καθώς ήρθε η γέννηση του Χριστού».

Αμέσως στρώνεται το Χριστουγεννιάτικο τραπέζι με σούπα και σκορδαλιά. Παίρνουν τη «ζαμάρα» (κόκαλο του στήθους της κότας) και την παρατηρούν. Αν έχει τρύπα, κάποιος θα πεθάνει, αν είναι στραβή, υπάρχει κάποιος «στραβός» στο σπίτι και αν έχει σακούλα, τότε θα έλθουν πολλά χρήματα στο σπίτι.

Επίσης, παρατηρούν τη «διχάλα» κόκαλο του στήθους που μοιάζει με V. Αυτό το ρίχνουν στη φωτιά λέγοντας το όνομα μιας εγκύου της οικογένειας. Έτσι, αν η διχάλα κλείσει θα γεννήσει κορίτσι κι αν ανοίξει θα γεννηθεί αγόρι.

Μετά το φαγητό γίνεται το σφάξιμο του γουρουνιού «χοιροσφάκι». Μια παρέα 4-5 ατόμων σφάζουν το γουρούνι. Μόλις βάζουν το μαχαίρι στο «καρύδι» (στο λαιμό) η νοικοκυρά φέρνει ένα θυμιατήρι με κάρβουνα και λιβάνι και το περνάει τρεις φορές πάνω από το ζώο και μετά ρίχνουν τα κάρβουνα στην πληγή. «Αυτό το κάνουμε γιατί οι Τούρκοι το εχν’ καταραμένον κι εμείς το ευλογούμε και το τρώμε».

Μόλις το σφάζουν τα παιδιά περιμένουν να πάρουν τη «φούσκα» (την ουροδόχο κύστη του ζώου), όπου βάζουν ένα ξύλινο στόμιο και τη χρησιμοποιούν σαν μπαλόνι. Μετά το σφάξιμο η νοικοκυρά ετοιμάζει τη «σουγλημάδα» κρέας από το μάγουλο και από την πλάτη (ψαρονεύρι) ψημένο στη σούβλα με λεμόνι και ρίγανη.

Ο παιδιακός, το ποδαρικό είναι ένα άλλο έθιμο των Χριστουγέννων. Γίνεται με άτομο εκτός της οικογένειας, το οποίο μπαίνει στο σπίτι με το δεξί πόδι, παίρνει λίγο αλάτι, το ρίχνει στη φωτιά και ανακατεύοντάς την με το «τσιμπίδι» λέγει: «έρχομαι και γειά σας, φέρνω και γειά σας, παντεχένω κορίτσια, νύφες, γαμπροί, βόδια, μπλάρια, κότες, πρόβατα…». Κατόπιν τον κερνάει η νοικοκυρά ένα κέρμα και γλυκό.

 

Τα Κάλαντα

Τα κόλιαντα: Τα «κόλιαντα» αρχίζουν στις 12 τα μεσάνυχτα.

Μετά το χτύπημα της καμπάνας από τα παιδιά, μαζεύονται όλοι οι νέοι στην πλατεία του χωριού και όλοι μαζί ξεκινούν για να επισκεφθούν τα σπίτια του χωριού.

Μπροστά πηγαίνει το «αστέρι» (μια ανέμη τυλιγμένη σε χρωματιστές κόλλες χαρτί και μέσα μια λαμπάδα αναμμένη) και οι άλλοι από πίσω κρατώντας «ματσούκες και τρουβάδες» και τραγουδούσαν:

 

«Κόλιαντα κι μέλλιαντα κι ντούμου ντούμου λάκκου
κάτσι σήκου κόκκου τώρα κι’ του χρόνου»
και «Χριστός γεννάται κι’ χαρά στον κόσμο κόλλιαντα»
κι ο νοικοκύρης του σπιτιού χίλια χρόνια να ζήσει
να ζήσει να ξενητευθεί και πίσω να γυρίσει».

 

Τα κόλλιαντα θεωρούνται σα συχαρίκια για τη γέννηση του Χριστού. Η νοικοκυρά του σπιτιού δίνει χρήματα στο παιδί που φέρει το αστέρι (τα χρήματα αυτά θα τα προσφέρει στην εκκλησία) και στα άλλα παιδιά προσφέρει σύκα, ξυλοκέρατα (χαρούπια) κάστανα, κορόμηλα, καλαμπόκι βρασμένο με ζάχαρη και καρύδια. Αφού επισκεφθούν όλα τα σπίτια, μαζεύονται πάλι στην Πλατεία του χωριού προσφέρουν τα χρήματα στην εκκλησία, κτυπάνε την καμπάνα και μετά φεύγουν για τα σπίτια τους.


Πρωτοχρονιά

Την παραμονή της πρωτοχρονιάς, το βράδυ, μαζεύεται όλη η οικογένεια γύρω από τη φωτιά και ο κάθε ένας ρίχνει από ένα σπόρο σιτάρι στη φωτιά, αν ο σπόρος έκανε άλμα προς τα έξω από τη φωτιά θεωρείται ότι το άτομο που το έριξε θα είναι τυχερό και υγιές όλη τη χρονιά και αν πηδούσε προς τη φωτιά ή καθόλου είναι ατυχία, το μέγεθος της τύχης ή της ατυχίας εξαρτάται από το μέγεθος του άλματος του σπόρου.

Το πρωί της πρωτοχρονιάς ο πρώτος που θα βγει, θα πάρει μια πέτρα από την αστρέχα και θα τη βάλει μαζί με την πέτρα των Χριστουγέννων στη φωτιά.

Το πρωί μετά την εκκλησία η νοικοκυρά ετοιμάζει τη βασιλόπιτα. Μέσα βάζει ένα κέρμα, ένα άχυρο (συμβολίζει τα σπαρτά), τη φούρκα (ένα μικρό κλαδάκι που συμβολίζει τα ζώα του σπιτιού) και τον Σταυρό (δύο ξύλα σε σχήμα σταυρού που συμβολίζουν τα μελίσσια του σπιτιού).

Αφού περάσουν τα Λαγκατζάρια, μαζεύεται όλη η οικογένεια γύρω από το τραπέζι και ο αρχηγός της οικογένειας κόβει την πίτα σε σχήμα σταυρού και μετά σε μικρότερα κομμάτια για τα μέλη της οικογένειας και ένα για τον Άγιο Βασίλη. Ο αρχηγός της οικογένειας περιστρέφει τρεις φορές την πίτα σύμφωνα με τη φορά των δεικτών του ωρολογιού. Κάθε κομμάτι της πίτας αντιστοιχεί σε κάθε άτομο σύμφωνα με τον τρόπο που κάθονται.

Κατόπιν ψάχνει ο καθένας το κομμάτι του για να δει αν του έπεσε τίποτα, αν βρει το κέρμα θα είναι ο ευτυχισμένος της χρονιάς, αν βρει το άχυρο ή τη φούρκα ή τον σταυρό θα έχει επιτυχία στη γεωργία ή την κτηνοτροφία ή τη μελισσοκομία αντίστοιχα.

Ο παιδιακός είναι ένα έθιμο που γίνεται τα Χριστούγεννα όπως ακριβώς και την πρωτοχρονιά.
Πρωτοχρονιάτικα Κάλαντα

Τα Σούρβα: όπως τα χριστουγεννιάτικα, έτσι και τα πρωτοχρονιάτικα κάλαντα αρχίζουν με το χτύπημα της καμπάνας στις 12 τα μεσάνυχτα. Η διαφορά είναι ότι τα παιδιά δεν κρατούνε αστέρι και τραγουδούν:

 

«Σούρβα κι Αη Βασίλτς

απούρχεται με τα χρυσά

μ’ τα’ αργυρά με τα μαλαματένια

στην πατερίτσα ακούμπησε

να πει την άλφα βήτα

κι πατερίτσα ήταν χλωρή

κι απόλυκε κλωνάρια

κλωνάρια χρυσοκλώναρα

χρυσά μαλαματένια

Σούρβα».

 

Σε περίπτωση που η νοικοκυρά δεν ανοίξει, τα παιδιά τραγουδούν:

 

«Σε τούτο το σπίτι πούρθαμε γιομάτα καλιακούδια τα μισά γεννούν,

τα μισά κλωσσούν, τα μισά βγάζουν τα μάτια».

«Όποιος ινώνει κι όποιος δεν ινώνει, των κώλο να δαγκώνει».

«Σούρβα θειάκου κατούρα μες το πιάτο».

 
Όλη τη νύχτα η νοικοκυρά κάνει τα «πέτουρα» (τα φύλλα) για τη βασιλόπιτα και τα ψήνει ένα ένα στη γάστρα.


Το Λαγκατζάρι

Το «Λατκατζάρι», πρωτοχρονιάτικο έθιμο του Αη Δημήτρη και όχι μόνο, το συναντούμε και σε άλλες περιοχές της Ελλάδας με την ονομασία Ρογκάτζια Ρογκατζάρια, Μομοέροι κ.α.. Η προέλευσή του είναι Διονυσιακή και αυτό φαίνεται από τις ενέργειες του αρχηγού-κωδονοφόρου. Σα Στοιχείο γι’ αυτό είναι η μάσκα (που είναι λαγοτόμαρο), τα σημάδια επιληψίας και όλη η συμπεριφορά του.

Επίσης, οι κοινωνικές σχέσεις που παρουσιάζονται ανάμεσα στα άτομα που απαρτίζουν αυτό το σύνολο, μας δείχνουν καθαρά στοιχεία δουλοκρατείας, Διονυσιακής λατρείας και φυσιολατρείας. Αυτή λοιπόν η πραγματικότητα ζυμώθηκε μέσα στο χρόνο, έτσι ώστε να εξυπηρετεί και να εκφράζει σε κάθε εποχή τα προβλήματα του λαού μας.

Το έθιμο αυτό υπάρχει από την εποχή της τουρκοκρατίας και διατηρείται μέχρι σήμερα.

Σκοπός του εθίμου ήταν να μαζεύονται χρήματα και τρόφιμα για τον αγώνα της Κλεφτουριάς εναντίον των Τούρκων, στην περιοχή του Ολύμπου και των Πιερίων.

Κάθε πρωτοχρονιά, μια ομάδα αγοριών ντύνονται «λαγκατζάρια» και παριστάνουν διάφορα πρόσωπα της καθημερινής ζωής της εποχής της τουρκοκρατίας και γυρίζουν από σπίτι σε σπίτι. Τα ονόματα των παιδιών και το σπίτι που προετοιμάζονται, παραμένουν μυστικά. Πρέπει να αναφερθεί ότι όλοι φορούν προσωπίδες.

Την εποχή εκείνη, αυτές τις προφυλάξεις τις έπαιρναν μάλλον για να αποφεύγουν το σχετικό φακέλωμα από την πλευρά των Τούρκων.

Τα πρόσωπα που συμμετέχουν είναι:

«Το λαγκατζάρι – αρχηγός»
«Ο Καπετάνιος»
«Ο κλέφτης»
«Η σκλάβα»
«Γιατρός και Γιατρέσα»
«Η κοκόνα»
«Ο Αράπης»
«Ο Παπάς και ο Διάκος»
«Γύφτος και Αρκούδα»


Κυριακή της Τυροφάγου (τσ' μεγάλες αποκριές)

Μετά το τέλος του εσπερινού ο παπάς κάθεται μέσα στην εκκλησία και περνώντας το εκκλησίασμα του δίνεται αμοιβαία συγχώρηση και παρατάσσεται δίπλα στον παπά –έτσι αλληλοσυγχωρείται το εκκλησίασμα.

Μετά τον εσπερινό γίνονται επισκέψεις στα σπίτια των συγγενών και φίλων και αλληλοσυγχωρούνται. Οι μικρότεροι κάνουν μετάνοια (υπόκλιση) στους μεγαλυτέρους και ζητάνε συγχώρεση. Οι μεγάλοι τους κερνούν χρήματα. Η φράση που λέγεται εκείνη την στιγμή, κατά τη διάρκεια της μετάνοιας και μετά απ’ αυτήν είναι: «Σχουρημένα νηρό κι άλας».

Το βραδινό τραπέζι έχει πίτα, αυγά, τυρί, ψάρι, χαλβά και πίνουν ρακί. Αφού ζητήσουν συγχώρεση, το φαγητό αρχίζει ο μεγαλύτερος της οικογένειας κόβοντας ένα κομμάτι από το κέντρο της πίτας και βάζοντάς το στην «κουλτουγιόμαυση» (σοφίτα). Μετά το φαγητό γίνετια η «χάσκα». «Παιρν’ έναν πλάστη κι δεν’ ζ’ ν’ άκρια ένα σκνι ζ’ ν’ άκρια απ’ του σκνι δεν’ ένα αυγό βρασμένου, καθαρισμένου παριν’ (ει) ο μεγαλυ΄τερος τον πλαστ’ (η) και τον κνάει τρεις φουρές στου στόμα απ’ τουν καθένα για να δούμι ποιο δε του φάει τα’ αυγό μι ν’ τριτ’ (η) τ' φορά».


Η Ανάσταση

«Η καλός η Λόγους»

Λίγο πριν από τα μεσάνυχτα του Μ. Σαββάτου χτυπά η καμπάνα χαρούμενα. Πριν φύγει η νοικοκυρά από το σπίτι, σηκώνει τις κλώσσες από τα’ αυγά τους «γιατί δεν κάνει να δουλεύουν στο καλό του Λόγου». Επίσης, οι λεχώνες βγαίνουν έξω εκείνη την ώρα, γιατί δεν κάνει να βρίσκονται μέσα στο σπίτι.

Όταν χτυπήσει η καμπάνα πάνε όλοι στην εκκλησία με τα γιορτινά τους και τις λαμπάδες στο χέρι (οι λαμπάδες των παιδιών είναι δώρα των αναδόχων).

Πριν πει ο παπάς το «δεύτε λάβετε φως», σβήνουν όλα τα φώτα και οι λαμπάδες. Όταν το πει τα αγόρια που είναι μπροστά στην ωραία πύλη, προσπαθούν να ανάψουν τις λαμπάδες τους από τις λαμπάδες του παπά. Ο πρώτος που θα την ανάψει φεύγει έξω, και κρατώντας την στο χέρι πηγαίνει και «βάζει φωτιά στα κέδρα». Τα κέδρα τα μαζεύουν τα παιδιά την Μ. Εβδομάδα, για να κάψουν τον Ιούδα. Μετά ο παπάς λέει το «Σεισμός εγένετο μέγας», χτυπάει τρεις φορές με το πόδι την πόρτα της εκκλησίας και βγαίνοντας στο προαύλιο συνεχίζει τη λειτουργία. Το αυγό της Μεγάλης Πέμπτης, της προηγούμενης χρονιάς πολλοί αντί να το θάψουν στο χωράφι, το παίρνουν στην Ανάσταση και μετά το τρώνε όλοι μαζί στο σπίτι. Διότι λένε: «δεν χαλνάει και όταν διαβαστεί ξαναγιομόζει».

Μετά το τέλος της εκκλησίας παίρνουν, όσοι έχουν βόδια, ένα «δαυλί από τα κέδρα και μ’ αυτό καψαλνούν στ’ ουρές από τα βόδια για να η στριγγλίζουν (να μη τα ενοχλούν οι μύγες)».

Με τις λαμπάδες αναμμένες επιστρέφουν στο σπίτι και με το νέο φως ανάβουν τις καντίλες του σπιτιού. Ακόμα σχηματίζουν με τον καπνό από την αναμμένη λαμπάδα σταυρούς στις πόρτες του σπιτιού και του σταύλου για να έχουν όλοι υγεία. Παλιότερα, έστρωναν τον σοφρά και σερβιριζόταν η μαγειρίτσα σε μια «χωριάτικη τζανάκα» από την οποία έτρωγαν όλοι μαζί. Στην αρχή του φαγητού ο αρχηγός της οικογένειας έκοβε την κουλούρα «σταυρό» και το αυγό που υπήρχε από τη Μεγάλη Πέμπτη του προηγούμενου χρόνου, το τρώγανε όλοι μαζί.

Μετά γινόταν  το γνωστό «τσίγκρισμα των αυγών». Τα τσόφλια των αυγών φυλάγονταν για την πρωτομαγιά και ο σοφράς έμενε στρωμένος με τα φαγητά επί τρεις μέρες.


Κυριακή του Πάσχα.

Το πρωί ετοιμάζεται το αρνάκι και ψήνεται στη γάστρα με ρύζι.

Από την πλάτη του αρνιού μαντεύουν αν γίνει πόλεμος ή όχι.

Πριν την Δεύτερη Ανάσταση τα κορίτσια και οι νύφες παίρνουν μια κανάτα κρασί και μια κουλούρα. Επάνω στην κουλούρα βάζουν ένα πιάτο με στραγάλια, σταφίδες, αυγά και επισκέπτονται τις νουνές και τις μανάδες τους αντίστοιχα.

Προσφέρουν τις κουλούρες και τα αυγά που φέρνουν και ανταλλάσσουν με ίσο αριθμό αυγών στο σπίτι που επισκέπτονται. Μετά παίρνουν τα αυγά το κρασί και το πιάτο και επιστρέφουν στα σπίτια τους. Αυτήν την μέρα γίνεται και επίσκεψη στο νεκροταφείο και τοποθετούν στους τάφους κόκκινα αυγά.

Την ημέρα του Πάσχα, οι τσομπάνιδες αρμέγουν τα πρόβατα και μοιράζουν στο χωριό το γάλα που παίρνουν. Αυτός που δέχεται το γάλα το αδειάζει και στη θέση του βάζει νερό και εύχεται «να τα χιλιάσεις».


Παραμονή Ιωάννου του Προδρόμου.

23 Ιουνίου

Την παραμονή του Ιωάννου του Προδρόμου, ετοιμάζονται τα κλείδωνα και το καλορίζι.

Κάθε σπίτι κάνει από ένα καλορίζι για να έχει η υγεία. Αυτό γίνεται ως εξής:

Τοποθετούν σε ένα ξύλο «τρία μήλα, σταυροβότανο Αη Γιάννη, κεράσια και ένα δαχτυλίδι». Γινόταν τόσα κλείδωνα όσα παιδιά είχε κάθε οικογένεια. Ένωναν δύο ξύλα σε σχήμα σταυρού με ένα μήλο και επίσης «κληματόφυλλα, σταυροβότανα Αη Γιάννη, δαχτυλίδι και μια κόκκινη κλωστή». Μετά το απόγευμα μαζεύονταν όλες οι γυναίκες σε μία γειτονιά και σε μια βρύση τοποθετούσαν όλα τα κλείδωνα και καλορίζια μέσα σε ένα καζάνι με νερό το οποίο σκέπαζαν με εάν μαντήλικαι γύρω-γύρω το στόλιζαν με «αρμένια».

Τραγουδούσαν και χόρευαν «σταυροβότανα, σταυροκλείδωνα Άγιε μου Γιάννη ποιος σε φύτεψε και σμαράγγιασα κι κιτρίνισα κι σμαράγγιασα σαν ζεστό ψωμί σαν χλωμό τυρί».

Μετά έπαιρναν το καζάνι και το πήγαιναν σ’ ένα σπίτι μιας νιόνυμφης ή κάποιας που δεν μπορούσε να αποκτήσει παιδί. Εκεί τραγουδούσαν τρία τραγούδια και το άφηναν όλη τη νύχτα.

 

Αη Γιάννης

24 Ιουνίου

Το απόγευμα έβγαζαν στην αυλή τα κλείδωνα και τα χόρευαν. Μετά ένα μικρό παιδί με γονείς έπαιρνε ένα κλείδωνο μέσα από το καζάνι σηκώνοντας λίγο την μαντήλα. Πριν το βγάλει έξω φώναζε ο κόσμος το όνομα ενός κοριτσιού και ένος αγοριού.

Αν ο κλείδωνας ήταν από κορίτσι έπαιρνε το αγόρι και το αντίθετο. Όλες οι νοικοκυρές έπαιρναν νερό από το καζάνι και δρόσιζαν το σπίτι και το εικονοστάσι με σταυροβότανα. Μετά έτρωγαν μερικά μήλα και τα υπόλοιπα τα έριχναν στη στέγη του σπιτιού. Τα αρμένια τα έπαιρναν οι γυναίκες και αν καμιά ήταν λεχώνα το έβαζε μαζί με το «μπάρι κατ’ απ’ το προσκέφαλο» (μτάρι είναι ένα εξάρτημα του αργαλειού), «για να μην αρμηνιαστεί» (για να είναι καλά).


Προφήτης Ηλίας

20 Ιουλίου

 

HPIM2793
Στην εκκλησία του προφήτη Ηλία (εξωκκλήσι, το πρωί της εορτής πήγαιναν μόνο οι παντρεμένοι και οι παντρεμένες με «μπλάρια» (άλογα) και γαϊδούρια, καθώς επίσης και τα αγόρια.

Μετά τη λειτουργία η Επιτροπή της εκκλησίας είχε έτοιμα φαγητά. Αφού έβγαζαν το ύψωμα σε πλειστηριασμό έτρωγαν όλοι μαζί. Οι αρραβωνιασμένοι άντρες μετά το φαγητό, φορώντας φουστανέλες και ρίχνοντας πάνω στο σαμάρι του αλόγου ένα άσπρο σεντόνι και μαξιλάρι, ανέβαιναν καβάλα και κάναν αγώνα δρόμου.

Στην είσοδο του χωριού περίμεναν όλοι οι υπόλοιποι συγχωριανοί. Οι καβαλάρηδες τραβούσαν όλοι μαζί στα σπίτια από τις αρραβωνιαστικές τους, οι οποίες περίμεναν στο κατώφλι και τους κερνούσαν. Αυτοί παρέμεναν επάνω στο άλογο. Μόλις τελείωνε ο γύρος ο όμιλος διαλύονταν. Πολλές φορές για να κάνουν τα ζώα να τρέχουν πιο πολύ έριχναν στ’ αυτιά τους ρακί. Το απόγευμα χόρευαν όλοι μαζί στην πλατεία.

 

 


Πιρπιρούνα

Η πιρπιρούνα είναι ένα από τα έθιμα που δεν επέτρεψε ο χρόνος τη συνέχισή του. Ένα έθιμο που δεν υπάρχει παρά μόνο στη θύμηση των Αη Δημητρινών. Εδώ και 25-30 περίπου χρόνια, οι κάτοικοι σταμα΄τησαν να κάνουν πιρπιρούνα.

Οι κυριότερες καλλιέργειες του χωριού ήταν τα στάρια, τα καλαμπόκια και τα «βούζια» (σίκαλη). Έτσι, όταν περνούσαν 20-25 μέρες για να βρέξει –τα χωράφια χρειάζονταν πότισμα- οι γυναίκες, παντρεμένες και ανύπαντρες, προσπαθούσαν με την «πιρπιρούνα» και παρακαλώντας το θεό, να φέρουν βροχή.

Το έθθιμο γινόταν ως εξής:

Από το πρωί, γυναίκες και παιδιά (χωρίς τους άντρες) πήγαιναν στα χωράφια, μάζευαν «βούζια» και στόλιζαν μ’ αυτά την πιρπιρούνα σ’ όλο το σώμα. Πιρπιρούνα γινόταν κάποιο παιδί, αγόρι ή κορίτσι που έπρεπε να ήτανε φτωχό, ορφανό και ανύπαντρο. Αν ήταν αγόρι, του φορούσαν στο κεφάλι ένα αντρικό καπέλο και αν ήταν κορίτσι του βάζανε «μισάλα» (μαντήλα).

Αφού στόλιζαν την πιρπιρούνα την «τσαλακώνανε» (την πιάνανε από τα μπράτσα) και γυρνούσαν όλα τα σπίτια του χωριού. Όλοι μαζί παρακαλούσαν το θεό να βρέξει και η πιρπιρούνα παρακλούσε κι εκείνη έχοντας τα χέρια στη θέση της προσευχής.

Περνώντας από τα σπίτια του χωριού τραγουδούσαν:

«Πιρπιρού το Θεό

για να βρέξει μια βροχή

μια βροχή στάρια και για τα κριθάρια».

Ως το βράδυ μάζευαν σ’ ένα σπίτι ό,τι τους έδινε κάθε οικογένεια και τα πουλούσαν σε κάποια γυναίκα που ήθελε να τ' αγοράσει, έπαιρναν τα λεφτά και αγόραζαν λάδι και λαμπάδες και τα έδιναν στο «βακούφ» (εκκλησία). Τις λαμπάδες τις βάζανε στα μανάλια της εκκλησίας και με το λάδι άναβαν τα καντήλια, παρακαλώντας το θεό να βρέξει.

Σε κάθε σπίτι από το οποίο περνούσαν, έριχναν νερό και η πεθερά έδινε στη νύφη ένα γκιουμ (ι) με νερό και δρόσ(ι)ζαν το σπίτι λέγοντας: «όπως ρίχνω ιγώ το νερό να ριξ’ ο Θεός τη βροχή».

Πολλές φορές, αφού τελείωνε η όλη διαδικασία, συννέφιαζε και έβρεχε και τότε πιστεύανε και οι άντρες. Κάθε φορά που οι γυναίκες ετοίμαζαν «πιρπιρούνα» έλεγαν οι άντρες «οι γυναίκες δονήθηκαν να γκιερίζουν τα σοκάκια».

Το γεγονός ότι οι άντρες δεν συμμετείχαν σ’ αυτό το έθιμο, φανερώνει ότι το αίσθημα της πίστης στις γυναίκες ήταν μεγαλύτερο, έτσι αυτές μπορούσαν να οργανώσουν κάτι μόνες τους.


Γάμος

Κάθε λαός, κάθε έθνος κάθε χώρα, κάθε περιοχή, έχει τα ήθη και τα έθιμά της, αλλού λιγότερα και αλλού περισσότερα, αλλού απλά και αλλού γραφικότερα, αλλού πλούσια και αλλού φτωχά, σε κάθε εκδήλωση λαϊκή που σχετίζεται με την κοινωνική ζωή του λαού.

Ένα από αυτά τα έθιμα είναι και του Γάμου.

Σε άλλους λαούς εκδηλώνονται σαν τυπική διαδικασία και σε άλλους σαν πολύ σπουδαίο γεγονός.

Σ’ αυτό το σημείο, θα ασχοληθούμε με τον Αη Δημητριανό Γάμο, με σκοπό να διαφυλαχθούν οι ωραίες αναμνήσεις των ανθρώπων της περασμένης εποχής που διατήρησαν καθαρά και αμόλυντα τα ωραία ήθη κα έθιμά τους από την αρχή της δημιουργίας τους ως την εποχή μας και κράτησαν με αξιοπρέπεια τον ελληνικό τους χαρακτήρα σ’ όλες τις εκδηλώσεις του κοινωνικού και θρησκευτικού βίου.

Η ένωση των δύο νέων άρχιζε είτε με τη γνωριμία σε διάφορους χορούς που γινόταν κάθε Πέμπτη ή Κυριακή και στις γιορτές του χρόνου, είτε με προξενιό και συμφωνία ανάμεσα στις οικογένειες των δύο παιδιών.

Το προξενιό όμως υπερέχει.

Σ’ αυτές τις περιπτώσεις πηγαίνουν οι προξενητάδες στο σπίτι της νύφης και ζητάνε το χέρι της. άμα δεχθεί αρχίζουν ετοιμασίες για να γίνουν οι αρραβώνες. Ζυμώνουν, ετοιμάζουν φαγητά και ποτά και καρτερούν τους συμπεθέρους που θα συμπεθερέψουν.

Από την άλλη μεριά πάλι ετοιμάζονται, ντύνονται, στολίζονται και έχουν και στο δικό τους σπίτι ετοιμασίες γιατί το γλέντι θα συνεχισθεί και εκεί.

Οι αρραβώνες γίνονται πάντα στο σπίτι του κοριτσιού, ποτέ στο σπίτι του αγοριού.

Οι γονείς του γαμπρού φέρνουν στο σπίτι της νύφης τις βέρες κρεμασμένες σε κορδέλες.

Από τη μεριά του γαμπρού ο αριθμός των ατόμων πρέπει να είναι μονός, δηλαδή 3, 5, 7… άτομα.

Αφού καθίσουν και συζητήσουν, η νύφη φοράει τη μια κορδέλα όπου ήταν κρεμασμένες οι βέρες και κερνάει κρασί στον πεθερό της και κατόπιν όλους τους συγγενείς.

Κορδέλα φοράει και η ανύπαντρη αδελφή της νύφης (αν υπάρχει). Σε όλη τη διάρκεια του αρραβώνα η νύφη δεν πρέπει να κοιτάξει τον γαμπρό στα μάτια.

Ο πατέρας του γαμπρού δίνει το δαχτυλίδι του γαμπρού λέγοντας: Αυτός είναι ο αρραβώνας της νύφης»/

Αφού σταυρώσουν τα δαχτυλίδια στο Ευαγγέλιο, σ’ ένα δοχείο γεμάτο ρύζι ή στραγάλια με κουφέτα, ανακατεύουν τα δαχτυλίδια και ο πατέρας του γαμπρού παίρνει το δαχτυλίδι του γαμπρού και ο πατέρας της νύφης παίρνει το δικό της.

Στη συνέχεια η νύφη στέκεται μπροστά στον πατέρα του γαμπρού και γονατίζει ενώ αυτός της δίνει το δαχτυλίδι του γαμπρού. Όμοια ο γαμπρός γονατίζει μπροστά στον πεθερό του και παίρνει το δαχτυλίδι της νύφης.

Η νύφη βγάζει την κορδέλα απ’ τα μαλλιά σαν ένδειξη ότι έπαυσε να είναι ελεύθερη και το ζευγάρι αλλάζει τις βέρες δίνοντας υποσχέσεις αγάπης και αφοσίωσης, ενώ οι γονείς αρχίζοντας από το σόι του γαμπρού, περνάνε ένας-ένας από το ζευγάρι δίνοντας ευχές και δώρα, συνήθως χρυσάφια.

Αν υπάρχει ανύπαντρο κορίτσι στην οικογένεια της νύφης της κάνουν οι γονείς του γαμπρού δώρο ένα δαχτυλίδι για να παντρευτεί σύντομα.

Συνεχίζοντας το ζευγάρι, κόβει το αρραβωνομπούρεκο, το οποίο με πολλή φροντίδα έχει ετοιμασθεί από την προηγούμενη μέρα.

Τέλος, αφού συζητούν αρχίζει το γλέντι με καθιστικά τραγούδια και κατόπιν χορεύουν ενώ συγχρόνως τρώνε και πίνουν.

Η μέρα αυτή είναι πολύ σημαντική για το νεαρό ζευγάρι. Η νύφη για τους νέους συμπεθέρους, είναι μια όμορφη γελαστή και χαρούμενη κοπέλα.

Την ημέρα του αρραβώνα η κοπέλα φοράει γιορτινή στολή όμοια με την νυφιάτικη ενώ ο γαμπρός φοράει φουστανέλα.

Η νύφη στον αρραβώνα πρέπει να αγοράσει ποδιές και κάλτσες για τ' αδέλφια του πεθερού.

Στις γυναίκες προσφέρει ποδιές και στους άντρες κάλτσες και αφού γονατίσει μπροστά τους, οι συγγενείς της προσφέρουν λεφτά.

Απ’ την ημέρα του αρραβώνα και μέχρι την ημέρα του γάμου ο γαμπρός δεν επιτρέπεται να περάσει μπροστά από το σπίτι της νύφης. Το ίδιο ισχύει και για την κοπέλα. Δεν πρέπει να ιδωθούν παρά μόνο μετά την τέλεση του γάμου. Σ’ αυτό το διάστημα η νύφη ετοιμάζει και τακτοποιεί την προίκα της.

Επτά μέρες πριν το γάμο στο σπίτι της νύφης έχουν τα «προζύμια». Ζυμώνουν δηλαδή, συγγενείς γυναίκες ή φιλενάδες της νύφης, τις κουλούρες, τα ψωμιά δηλαδή που θα φάνε τη μέρα του γάμου και που θα πάνε στο σπίτι του γαμπρού. Στο γάμο είναι καλεσμένο όλο το χωριό και το γλέντι αρχίζει μια μέρα πριν. Στα σπίτια της νύφης και του γαμπρού στρώνονται τραπέζια όπου θα φάνε οι καλεσμένοι και θα πιουν.

ΕκτύπωσηΗλεκτρονικό ταχυδρομείο