petraΠολιτιστικός Σύλλογος Αηδημητρινών Θεσσαλονίκης
"H Πέτρα"

 

Λαγκατζάρικον

12/01/2010

Λαγκατζάρικον

P1000145Αυτό το κείμενο απευθύνεται:

1)      Σ’ αυτούς που είχαν ή έχουν οποιαδήποτε σχέση με το Λαγκατζάρι, από ιστορικής, τοπικιστικής, λαογραφικής ή οποιασδήποτε απόψεως γουστάρουν.

2)      Σ’ αυτούς που ούτε είχαν ούτε έχουν οποιαδήποτε σχέση με το Λαγκατζάρι, από φιλολογικής, μορφωτικής, ψυχαγωγικής ή οποιασδήποτε, πάλι, απόψεως γουστάρουν.

( Κάθε τυχούσα ομοιότητα με τυχόντα υπαρκτά πρόσωπα είναι εντελώς τυχαία, και όποιος τυχόν παρεξηγηθεί δεν θα έχει καμία τύχη!!! Αλλιώς,  μπορεί να τύχει να παρεξηγηθώ εγώ και να μην είστε εσείς τυχεροί για να με… ξαναπετύχετε!!!).

      Μια καθημερινή, δηλαδή συνηθισμένη,  μέρα, ο θεός Διόνυσος καθώς σουλατσάριζε στις παρυφές του Ολύμπου, στις πλαγιές και στις ρεματιές  των Πιερίων, μέχρι και Αηδημήτρη μεριά, για να βρει την καθημερινή του Μούσα ή Χάρη ή Νύμφη ή Νεράιδα ή έστω και καμιά βασιλοκόρη που έκανε τη μπουγάδα της για να της κεράσει το καθημερινό του ‘’τσικουλάτο’’ (κατά Τσιφόρο), επειδή του έπεφτε συνέχεια το ζάχαρο και ο Ασκληπιός  του είχε πει (χωρίς φακελάκι) να το… ανεβάζει …Μουσικώνοντας, όλα του πήγαιναν στραβά. Δηλαδή ακόμα στραβότερα και από την ελληνική οικονομία 4000 χρόνια μετότερα. Ευτυχώς όμως τότε δεν είχαν ανακαλύψει ακόμα τον Αλμούνια. Το Αλ το πήραν πολύ αργότερα από τους Άραβες και μέχρι τότε χρησιμοποιούσαν μόνο το …υπόλοιπο του ονόματος και δεν άφηναν και χρέος. Οι αρχαίοι Έλληνες ήταν τόσο δίκαιοι, που ούτε τους θεούς τους δεν επέτρεπαν να αφήνουν βερεσέδια. Όλα ήταν τοις μετρητοίς. Έχεις, παίρνεις. Δεν έχεις, παίρνεις όταν έχεις.

     Άρχισε, λοιπόν, να ψάχνει βιαστικά, ο θεούλης, και να βρίσκει μία-μία τις υποψήφιες για να κεράσει, με το αζημίωτο βέβαια, το τσικουλάτο, επειδή έκανε και ζέστη και θα του έλειωνε και άντε να περιμένεις την άλλη μέρα το φρέσκο - πώς περνάει η νύχτα - και όλες έβρισκαν μία δικαιολογία για να αρνηθούν το κέρασμα.

 -Εγώ κάνω δίαιτα, είπε η μία.

 -Εγώ έφαγα πολλά, τελευταία, και άρχισε να …φουσκώνει η κοιλιά μου, δικαιολογήθηκε η άλλη.

 -Εμένα μου πονάει το δόντι……..

 -Τι θα πει ο κόσμος…..

 -Υπάρχουν και αλλού… τσικουλατότερα…..

 -Βιάζομαι, έχει συναυλία ο Ορφέας και πάω να …μουσικωθώ…

 -Πάω σε άλλη… τσικουλατερύ….

 -Δεν είναι η σειρά σου σήμερα….

 -Είμαι στις δύσκολες μέρες….

και όλο κάτι τέτοιες δικαιολογίες έβρισκαν αι δεσποινίδαι, χωρίς να τις νοιάζει και πολύ πόσο …δύσκολη μέρα περνούσε ο Διονυσάκος, θεός-άνθρωπος.

    Τσατίζεται λοιπόν ο άγαμος γαμπρός, αν και δεν του το επέτρεπε αυτό η ανατροφή του – αλλά και τι δε μπορεί να κάνει ένας  θεός για να του γίνει η δουλειά- και πάει στον θείο του τον Απόλλωνα, που του είχε και θάρρος και ήταν και …θεότερος, για να του δώσει τα φώτα του, γιατί εκείνος είχε πάντα φωτεινές ιδέες και μάλιστα τόσων μεγαβάτ, που θα τον ζήλευε και η ΔΕΗ και θα τον έκανε φωτοβολταϊκό αν έπαιρνε έγκριση από  τη ΡΑΕ, αλλά έτσι κάνουμε πάντα εμείς στην Ελλάδα: αφήνουμε το φυσικό μας πλούτο ανεκμετάλλευτο.

-Θείε Απολλωνάκο, το και το. Ζόρικα τα πράματα. Καμία κυρατσούλα ( όχι κυρά – τσούλα, λόγω ανατροφής είπαμε) δε θέλει πια τσικουλάτο. Τι μου προτείνεις να κάνω, ρε θείε, εσύ που είσαι και θεοβαδισμένος; ( περπατημένος, ήθελε να πει, αλλά λόγω ο σεβασμός…)

 -Μήπως βαρεθήκανε τη ζαχαροπλαστική, θεανηψιέ;

 -Μα, τόσα χρόνια το κόλπο έπιανε. Τι πρέπει να τις προσφέρω;

 -Βρε συ, γιατί προτιμάς τα εισαγόμενα και δεν προτιμάς τα ντόπια προϊόντα;

 -Σαν τι ρε θείε; Μούσμουλα; Αφού πέρασε η εποχή τους και δεν υπάρχει κουκούτσι.

 -Ρε συ, υπουργός -συγνώμη θεός ήθελα να πω- του κρασιού δεν είσαι;

 -Αυτό το χαρτοφυλάκιο μου έδωσε ο θεοπατέρας. (Από πάντα στην Ελλάδα επικρατούσε οικογενειοκρατία).

 -Και γιατί δεν τις κερνάς κανένα σφηνάκι ‘μαυρομάτικο’, να τις σκοτεινιάσει ο τόπος και έτσι στο …σκοτάδι να τις φάει το σκοτάδι, όπως κάνει όλος ο κόσμος;

 -Και πιάνει το κόλπο;

 -Να σε δω υποθεό!

 -Μπάρμπα-Απόλλωνα, καλά σε λένε φωτισμένο! Αν

πιάσει το κόλπο, θα σου ανάψω λαμπάδα ίσα με το μπόι μου στους Δελφούς!

Ο Διόνυσος, σαν άριστος κρασοποιός, διατηρούσε

στον Όλυμπο, απέναντι από τα Πριόνια, ένα υπόγειο εσωβράχειο θεοκελάρι κάτσε καλά. Με τις θερμοκρασίες του, με τα δοκιμαστήρια, με τις σειρές τα βαρέλια χρονολογημένα κατά ποικιλία και κατ’ έτος, με τα δισκοπότηρα… Αυτή τη σπηλιά ζήλεψε αρκετούς αιώνες αργότερα ο μακρινότατος ξάδερφός του, ο άλλος Διονύσιος ο Ολύμπιος, ο οποίος ήθελε κι αυτός να γίνει θεός, ή έστω ημίθεος, αλλά είχε χάσει κάτι μαθήματα και κόπηκε στα θαύματα, κι έτσι έμεινε σκέτος άγιος, με ειδικότητα τις βροχές. Έτσι, εκεί που κάποτε έρεε άφθονο το κρασί, τώρα ρέει άφθονο μέσα από τη σπηλιά το νερό, το οποίο ο Άγιος το έκανε αγίασμα, γι’ αυτό από τότε όλα τα αγιάσματα έχουν μία χαρακτηριστική γεύση.

        Κεντέρης, λοιπόν, ο μικρός, φτάνει σε χρόνο ρεκόρ στο κελάρι του, κι ας μην τον κυνηγούσαν και εφτά μαύροι, (τους μαύρους τους ανακαλύψανε αργότερα για να σπάνε τα ρεκόρ οι λευκοί) και ψάχνει τα βαρέλια ένα-ένα, αλλά κρασί ούτε δείγμα. Ξέχασε ότι φέτος είχαν ακαρπία τα αμπέλια και μέχρι τώρα έπινε και αυτός τα έτοιμα’ και δεν πέρασε και ο ΕΛΓΑ για να τον αποζημιώσει. Και δεν γινόταν και εισαγωγές γιατί τα ξένα ήταν κινέζικα και δεν είχαν και σήμα CE. Του ήρθε λοιπόν να πει  γ…..ώ τη Δήμητρα, που ήταν και υπουργός –συγνώμη και πάλι, θεά ήθελα να πω – της γεωργίας, (κάτι ανάλογο με τον Δρυ τον δικό μας, με τη διαφορά ότι οι αρχαίοι το δρυ το ’κάναν δέντρο κι εμείς τον κάναμε υπουργό), αλλά, επειδή και οι τοίχοι έχουν αυτιά, το… έπνιξε, μην τυχόν το μάθει η Δήμητρα και του φυτέψει καμιά βατομουριά σε κάνα ευαίσθητο σημείο, και άντε ύστερα να τον ζυγώσει Μούσα. Έστειλε στα γρήγορα ένα SMS με την ΕΡΜΗΣ COURIER ΘΧ (θεϊκής χρήσεως)  στον Απόλλωνα για να του πει τάχα ότι το κόλπο πέτυχε και να τον ευχαριστήσει, αλλά λαμπάδα γιόκ.

      Όλα ανάποδα πήγαιναν. Έχοντας ξοδέψει και …τη βοήθεια του κοινού, άρχισε να σκέφτεται τι πρέπει να κάνει για να βγει από την α-τσικολατία και να αποκαταστήσει και την αξιοπρέπειά του στα …θεϊκά ξεκατινιάσματα, κατά τα απογευματινά υπουργικά –θεϊκά ήθελα να πω- συμβούλια. Και δεν ήταν που κάποτε θα πέθαιναν οι μεγαλύτεροι θεοί ένας-ένας και το θέμα θα ξεχνιότανε, αφού αυτοί ζούσαν περισσότερο και από τον Ντορά-μπαμπα, κι ας  είναι και άνθρωπος. Φαντάσου να ήταν και θεός, τι είχαμε να τραβήξουμε από τα ‘θεάκια’ του.

      Στο σχολείο του Ολύμπου, όταν είχαν φυσική ιστορία, ο θεοδάσκαλος τους είχε μάθει ότι για να καρπίσει η γη, η Δήμητρα αγγάρευε κάτι τύπους που φορούσαν καμπαρντινέ γιδοτόμαρα, φορτωμένοι με κουδούνια κάθε νότας, κάθε οκτάβας, ποιόντος και χροιάς, να πηγαινοέρχονται κουδουνίζοντας δυνατά, για να ξυπνήσουνε τη γη για να καρπίσει. Καλός μαθητής δεν ήτανε ο Νιόνιος, δεν έκανε και ‘ιδιαίτερα’, αλλά αυτό του είχε μείνει, γιατί από τότε του άρεσαν οι φασαρίες και τα πανηγύρια. ‘Λαδώνει’, λοιπόν, έναν τέτοιο τύπο – το ‘λάδι’ ήταν πάντα μπόλικο σ’ αυτόν τον τόπο, και, επειδή τότε δεν υπήρχαν και πολλές μηχανές, λάδωναν ότι βρίσκανε και μας έγινε συνήθειο – του φοράει και ένα λαγοτόμαρο στη μάπα για να μην τον γνωρίσει η Δήμητρα κλπ., κλπ… βατομουριά,… κλπ., του δίνει κι ένα μαχαίρι να κρατάει για αυτοάμυνα, μην του ορμήσουνε τα σινάφια του που κάνει παράνομες υπερωρίες και τους παίρνει τις δουλειές, και τον αμόλησε στα αμπέλια να ξεκουδουνιάζεται, να ξυπνήσει η γη, να καρπίσει, να γίνουν τα σταφύλια κρασί, να…σφηνακώσει τις τσούπρες, να πιάσει το θειοαπολλώνειο κόλπο. Έτσι γεννήθηκε το πρώτο ΛΑΓΚΑΤΖΑΡΙ, και από τότε χρησιμοποιούμε αυτήν την έκφραση για να χαρακτηρίσουμε οτιδήποτε δεν έχει καμία σχέση με την αφροδίτεια ομορφιά. Μη σας παραξενεύει. Ό,τι αισθητικό έκτρωμα υπάρχει γύρω μας, οι θεοί το έχουν κάνει, για να τακτοποιήσουν τις δουλειές τους.

       Παίρνοντας λοιπόν εργολαβία όλα τα αμπελοχώραφα ο κυρ-Λαγκατζάρης, πολύ κουραστική δουλειά, μιας και δούλευε μόνος του, άρχισαν και τα πρώτα προβλήματα με την υγεία του. Πότε του ανακατευόταν το σπληνάντερο από το τράνταγμα, πότε του φουσκώνανε τα πλεμόνια από το τρέξιμο, πότε του διαμαρτυρόταν η συκωταριά από τα ληγμένα κρασιά που τάχα τον κερνούσε ο θεός, πότε του πονούσαν τα κόκαλα από το βάρος, βάλε και κάτι μικροατυχήματα από τους κακοτράχαλους δρόμους – αφού δεν ήταν τότε ακόμα ο Κουφλιάς υπουργός δημοσίων έργων, που στο τέλος καταλήγουν σε ιδιώτες με διόδια, να κάνει την 13η εθνική οδό, ούτε αγροτική οδοποιία, αν και περιολύμπιας καταγωγής, για να πάει ο κοσμάκης στα χωράφια του χωρίς απρόοπτα – αδιαθετούσε και έπεφτε συνέχεια κάτω και ζήτησε από τον εργοδότη του να τον πάει στο ΔΙΑΟΛΥΜΠΙΑΚΟ για check up. Τότε, είχες δεν είχες ένσημα, εκεί πήγαινες και χωρίς φακελάκι. Πριν όμως τον στείλει στο κέντρο υγείας, παίρνει στο κινητό την θεοξαδέρφη του την Υγεία για να κουράρει το ...ομορφόπαιδο, αλλά εκείνη είχε λίγη… δουλειά με έναν Κούρο και δεν μπορούσε να τον δεχθεί. Έτσι, μη έχοντας άλλη λύση, τον…εισάγει στο ΠΑΔ (Πανεπιστημιακό Ασκληπιείο Δίου) προς επισκευή.

       Η κατάσταση του ασθενούς καλυτέρευε σταθερά αλλά πολύ αργά. Αυτό τον βόλευε καλά, επειδή λούφαρε, αλλά δε βόλευε καθόλου καλά το αφεντικό του, επειδή λούφαρε. Και του πήγαινε και η δουλειά πίσω. Και όταν μένουν αυτές οι δουλειές πίσω, τον έλεγχο πλέον δεν τον κάνει η λογική αλλά η σεξο-λογική. Τα παίρνει στο κρανίο ο σιορ-Διονύσιος – από τις λίγες φορές που τα πήρε στο κρανίο χωρίς να πιεί – και βάζει τα μεγάλα μέσα. Γιατί, δεν υπάρχει μεγαλύτερο μέσο από το θεομέσο. Μια και δυο, πάει στον ίδιο τον Ασκληπιό, που ήταν τότε πρόεδρος, γενικός διευθυντής, διευθύνων σύμβουλος, αρχίατρος, προϊστάμενος ερευνών και μάρκετινγκ, αλλά και ιδιοκτήτης της γνωστής σειράς ασκληπιείων σε όλη Ελλάδα, πλην Λακεδαιμονίων, επειδή αυτοί είχαν δικό τους νοσοκομείο στον Καιάδα.

 - Θεο-γιατρέ, έτσι κι έτσι.

 -Τι ρε μεθύστακα; Ήρθες για αλκοτέστ;

 - Όχι.

 - Για σακχαροτέστ;

 - Όχι.

 -Για κοποτέστ;

 - Όχι.

 -Ε  τότε γιατί ήρθες και με χασομεράς και έχω στο χειρουργείο τον Ηρακλή το λιονταροφαγωμένο να του ράψω κάτι δαγκωματιές;

 -Για λαγκατζαροτέστ.

 -Κάντο ψιλά.

 -Πού ψηλά να το κάνω;

 -Ψιλά με γιώτα βρε ανορθόγραφε!

 -Ά, τώρα κατάλαβα ότι…

 -Με χασομεράς!

 -Ο κουδουνοϋπάλληλος που τον έχω για κόκορα να ξυπνάει τη γη για να ανθίσει, να καρπίσει να…

 -Με χασομεράς!

 -Λουφάρει, κωλυσιεργεί, κάνει τον άρρωστο και, αν δεν τον γιατρέψεις, θα χάσουμε την καλλιεργητική περίοδο, τη σεξολογιτική περίοδο και μετά θα θέλω γιατρό άλλης ειδικότητας και θα χάσεις την ιατρική σου υπόληψη και το γόητρο και…

      Ο γιατρός μπαίνει κατευθείαν στο νόημα. Φωνάζει έναν άρτι πτυχιούχο ειδικό εκτακτικολόγο, που από το πολύ διάβασμα του πήγε η μυωπία 12 και γι’ αυτό φορούσε κάτι γυαλιά τηλεσκόπια, του δίνει και μια σύριγγα νάαααα, σαν κουφοτήλι, με το συμπάθιο, γεμάτη εκτακτικοφάρμακο και τον συμβούλεψε: κάθε φορά που ο καρνάβαλος θα πέφτει κάτω, θα του τραβάς μία ξεγυρισμένη ένεση στο οπισθομέρι και… θα σου κάνει το κεφάλι κουδούνι. Και καθώς έστριψε να φύγει για το χειρουργείο, ακούει το Διόνυσο να τον ρωτάει:

 -Δε μου λες γιατρέ; Στη σχολή σου μόνο γιατρούς βγάζεις;

-  ;

 -Γιατρέσσες δε βγάζεις;

 -Βγάζω, αλλά γιατί ρωτάς;

 -Νά, ξέρεις, η δουλειά θα πάρει καιρό, και αυτός ο γιατρουδάκος θα…έχει κι αυτός τις ανάγκες του, και αν δεν ικανοποιεί κι αυτός τις ανάγκες του μήπως θα χρειαστεί κι αυτός γιατρό αργότερα και αν γινότανε…..

      Ο γιατρός ξαναμπαίνει κατευθείαν στο νόημα, φωνάζει μια έμπειρη ξανθιά θεοκόμματο αφροδισιολόγο ειδικών αποστολών, τους την κοτσάρει και, επιτέλους …αποκοτσάρεται.

     Με λαγκατζάρι  ΙΧ  (ιδιωτικής χρήσεως)  λοιπόν ο κρασοθεός, με γιατρό  ΙΧ  το λαγκατζάρι, με γιατρέσσα  ΙΧ  ο γιατρός, που στην πορεία έγινε και γιατρέσσα  ΘΧ  (θεϊκής χρήσεως), περνούσαν όλοι τους φινάτα, και η κουδουνοδουλειά πήγαινε περίφημα, και ήταν όλοι τους ευχαριστημένοι, και η συνέχεια στα … μεσημεράδικα.

                           --------------------------------

     Κάθε θρησκεία έχει την αντίπαλό της, όπως κάθε θεός έχει τον αντίθεό του. Κάθε θεός λαμβάνει όλα τα μέτρα του για να μην του αρπάξουν άλλοι την πελατεία του – συγνώμη τους πιστούς του ήθελα να πω -. Έτσι, βρίσκουν πάντα καλά οικόπεδα και χτίζουν ναούς, ιερά, εκκλησίες, μοναστήρια κλπ. και βάζουν μέσα ιερείς, μοναχούς, παπάδες, ιέρειες, καλόγερους κλπ., και, αφού τους κάνουν τα απαραίτητα σεμινάρια, τους διορίζουν θεοϋπάλληλους, με ειδικότερη ειδικότητα να φυλάνε τα πρόβατα –τους πιστούς ήθελα να πω –, να μην τα φάει κανένας άλλος λύκος – θεός ήθελα να πω -.

     Η παρέα του Λαγκατζαριού και της ιατρικής του ομάδας καλοπερνούσαν, και στην πορεία γίνανε πιστότατοι πιστοί του Διονύσου. Διότι, ο πιστός, αν δεν παίρνει τίποτα απ’ το θεό του, όχι μόνο δεν τον δοξάζει, αλλά του αλλάζει τον αδόξαστο και παίρνει προσφορές και από άλλους θεούς, λιγότερο τσιγκούνηδες. Βέβαια, οι θεοί είναι κι αυτοί σαν τους πολιτικούς: όλο τάξε-τάξε κι από τηγανίτα…ψίχουλα! Και επειδή μια ζωή την έχουμε, καλό είναι να την ψάχνουμε λίγο παραπάνω τη δουλειά, για να γίνεται ενίοτε και η δικιά μας η δουλειά και όχι πάντα μόνο η δική τους.

     Έχοντας αυτά στην κούτρα του ο Νύσος του Διός, μιας και το… συνεργείο του είχε πολλή δουλειά, και ο ίδιος δεν μπορούσε να είναι πάντα παρών στο εργοτάξιο, και δεν ήθελε να του λιποτακτήσουνε έτοιμοι πιστοί κατά Ασκληπιό ή αλλού μεριά, αποφασίζει εντελώς δημοκρατικά στο πι και φι:

Κατεβαίνει στο ΙΧ ιερό του στο Δίον, όπου είχε και έπαυλη και εγκαταβιούσαν πολλοί παπάδες – ιερείς ήθελα να πω – και δεν είχαν και πολλή δουλειά και πολλές φορές  ασχολούνταν και με άλλα πιο… επίγεια πράγματα, παρόμοια με αυτά που ασχολούνταν οι θεοί. Τσακώνει έναν… φτασμένο ιερέα και τον ορμηνεύει: Επειδή εγώ είμαι θεός και έχω και άλλες δουλειές και δε μπορώ να ασχολούμαι μέρα-νύχτα με τη λαγκατζαροπαρέα, σε διορίζω λαγκατζαροπαπά, να είσαι συνέχεια κοντά τους, μη μας τους φάει άλλος και μείνεις άνεργος και τρέχεις στον παπαΟΑΕΔ. Πάρε το θυμιατό σου, πάρε και το ψηλό σου καπέλο με την ταράτσα και το γείσο και κρέμασε γύρω-γύρω του σκόρδα, πάρε και το ιερό τσοντοβιβλίο σου, την ελληνική έκδοση του γ-κάμα σούτρα, πήγαινε κοντά τους και μην τους αφήνεις ρούπι. Πάρε και έναν νεοσύλλεκτο διάκο για τα θελήματα, δώστου και μια αγιαστούρα να δροσίζει γύρω-γύρω, τάχα να έχει κάτι να κάνει. Και όταν ο... κουδούνης πέφτει κάτω…εκτάκτως, μαζί με τους γιατρούς θα πάτε κι εσείς κοντά του, θα τον θυμιατίζετε, θα τον δροσίζετε, θα του ψάλλετε κάναν τσοντο-ύμνο, θα του δείχνετε κάνα  …

γ-καμασουτρικό και θα διώχνετε τάχα τα αντιδιονυσιακά πνεύματα από κοντά του, αν και αυτά αποφεύγουνε τα σκόρδα όπως ο διάολος το λιβάνι. Να φαίνεται δηλαδής ότι βάλατε κι εσείς το χεράκι σας, μη μας πάρει το υγειονομικό μονοπώλιο ο Ασκληπιός. Κι άμα σας ……….η γιατρέσσα……..ελεύθεροι. Από τότε απελευθερώθηκε η ιεροσύνη και βλέπουμε μέχρι και σήμερα τους ιερούς ιερείς να…ψοφάνε για δημόσιες σχέσεις. Όπου γάμος και χαρά και σύναξη, πρώτους φάτσα-κάρτα. Έτσι απέκτησε και το Λαγκατζάρι τους ιερείς του και του αποδόθηκε αργότερα ιερότερη σημασία!   

                                ………………….

     Οι Έλληνες, είτε κοινοί θνητοί είτε κοινοί θεοί, έχουν στο DNA τους την κλεψιά. Και είναι πολύ μυστήριο, σε έναν τόπο όπου τα πάντα είναι σε μεγάλη αφθονία, να μην ασχολείται κανένας με την παραγωγή αγαθών, αλλά να ξοδεύει την εξυπνάδα του και την ενέργειά του στο πώς θα κλέψει τα αγαθά των άλλων και πώς θα  «φυλάξαι»  τα αγαθά που  «κτήσασθαι»  από τους άλλους, για να μην τους τα «ξανακτηθήσονται» οι άλλοι, και τότε τι πρόσωπο θα δείξουμε και στην κοινωνία!

     Οι θεοί είναι πάντα πιο σοφοί, πιο πρακτικοί και πιο διορατικοί από τους ανθρώπους, αφού έτσι τους έφτιαξαν οι άνθρωποι. Άλλωστε, τί θεοί θα ήταν αν ήταν εντελώς ίδιοι με τους ανθρώπους;  Κάθεται λοιπόν ο κρασοποιός, ξύνει το τσερβέλο του και σκέφτεται φωναχτά:

  -Ρε εγώ, έχω παραγωγική μονάδα, έχω παραγωγική ομάδα, έχω ιατρική φροντίδα, έχω ιερατική προστασία και δεν έχω αντικλεπτική προστασία; Τί θεός θα είμαι αν έρθουν και μου κλέψουν την παραγωγή τίποτα Εφραίμηδες, που έχουν την κλεψιά στο ιχώρ τους; Με τι πρόσωπο θα ξαναβγώ ενώπιον θνητών και αθνήτων;

     Βγαίνει λοιπόν στη γύρα, μαζεύει πληροφορίες, παίρνει συστάσεις, περνάει από το Υπουργείο Δημόσιας Αταξίας και ανταμώνει τους δυο πιο ονομαστούς αρχικλέφτες, παιδιά με ειδική παιδεία, με μεταπτυχιακά, με διατριβές, με γνωριμίες και, κυρίως, με εμπειρία. Γιατί, για τέτοιες δουλειές, δε μπορείς να βασίζεσαι σε ατζαμήδες, που μπορεί να σε εκθέσουνε κιόλας, σαν τον Πολύδωρα! Λεβεντόπαιδα, με άγριες φάτσες, με μαύρες μαντίλες τυλιγμένα τα κεφάλια τους, με γένια αξούριστα από τότε που ανακαλύφθηκαν τα ξυραφάκια, με κάτι μαλλιά ίσα με τα ισχιακά τους, ξέπλεκα και άπλυτα από τότε που τους έπλυνε η μαμή στο μαιευτήριο, με φουστανέλες μακριές και μαύρες που κάποτε ήταν άσπρες, τελευταία λέξη της μόδας, κατ’ ευθείαν απ’ τον Κωστέτσο, με κάτι γκλίτσες σαν ματσούκες  και με κάτι μαχαίρες στενόμακρες σαν γκλίτσες, πάντα γεμάτες με κλεμμένα κρέατα, λουκάνικα, φρούτα και ό,τι άλλο είναι απαραίτητο για τα προς το ζειν. Δεν υπήρχαν…κλεφτότεροι, επειδή τότε δεν είχαν ανακαλύψει ακόμα τα ασφαληστρικά ταμεία. Υπήρχαν μόνο τα ‘ιερά’ ταμεία, τα οποία μέχρι και σήμερα εξακολουθούν να είναι οι πιο πλούσιοι κουμ-παράδες του κόσμου! Αχ! αυτοί οι πιστοί! Δεν κοιτάνε την προθανάτια σύνταξη, κοιτάνε τη μεταθανάτια εξασφάλιση!

     Φοβερό δίδυμο αυτά τα παλικάρια! Κλέφτες των κλεφτών και προστάτες των φουκαράδων! Κάτι σαν το δίδυμο Γιαγκούλα-Μπαμπάνη!

    Τους δίνει λοιπόν τη δουλειά, αφού τον … χαράτσωσαν κι αυτόν κανονικά, τους λέει τι να κάνουν, και, επειδή και οι κλέφτες άνθρωποι είναι κι αυτοί και έχουν κι αυτοί … ανάγκες και, για να μη μας … μαγαρίσουν και τη γιατρέσσα, τους χορηγεί και μία κυρία …ελευθέρων συνηθειών, να την έχουν  ‘σκλάβα’ τους και να αφήσουν ήσυχη την… ιατρική.

                      …………………………..

     

     Ωραία ήταν η ζωή και ο καιρός περνούσε!!  Η δουλειά πήγαινε ‘κλεψύδρα’ !!!  Ο κουδουνάς κουδούνιζε, οι γιατροί γιάτρευαν, οι παπάδες παπάδιαζαν, οι κλέφτες έκλεβαν ‘εαυτούς και αλλήλους’, ο Διόνυσος ‘διονύσευε’ κανονικά αφού είχε βρει το ‘αντι-τσικουλάτο’ του και αποκατέστησε τη διονυσιακή του φήμη, και περνούσαν όλοι ζωή διονυσάμενη. Και πέρασαν έτσι καναδυό χιλιάδες χρόνια, ώσπου μια μέρα βγήκε θεϊκή διαταγή, η οποία  διαβάστηκε από τους ιερείς μια  Διική πρωί (Κυριακή της εποχής ) στα σηκά (ιερά) όλων των ναών: Από σήμερα, 25/12 και ώρα 05,20΄, του εν Δίει έτους  0000, καταργούνται οι θεοί που ξέρατε, τα παιδιά τους, τα εγγόνια τους, τα ανεψίδια τους, τα εξώγαμά τους κλπ.!!! Στο εξής θα κάνει κουμάντο ένας άλλος καινούργιος, εισαγόμενος απ’ την ανατολική γειτονιά μας, θεός, και σ’ αυτόν θα υπάγεστε και θα υπακούτε και θα πιστεύετε μέχρι νεοτέρας!                   

Κόκαλο οι πιστοί!!!!!

Κοκαλότερο οι παπάδες!!!!!!

Δοκίμασαν να το παζαρέψουν αλλά…τζίφος.

Από τότε, ως Έλληνες, είχαμε μεγάλη προτίμηση στα εισαγόμενα: θεούς, προστάτες, αγαθά, μυστικές υπηρεσίες, κυβερνήτες, βασιλιάδες, πακιστανούς κλπ., που σχεδόν ποτέ δεν μας βγήκε σε καλό, και μας έμεινε και έθιμο!!!!  Και μας έμεινε έθιμο να τηρούμε έθιμο και για τα καλά, και για τα φτου κακά, και αυτό είναι το χειρότερο!!!

     Ο νέος θεός υποσχόταν ότι οι θνητοί θα ανεβούν πάνω απ’ τα σύννεφα και θα γίνουν αθάνατοι, και οι παλιοί θεοί θα πέσουν απ’ τα σύννεφα και θα γίνουν θνητοί.

Και έτσι έγινε!

Από μία θρησκεία περισσότερο λαϊκίστικη, περισσότερα υποσχόμενη και με λιγότερες θυσίες από τους υπηκόους της, έφαγε το σκοταδίσιο έρεβος το Δία και όλους τους συν αυτώ, αφού έκαναν το μοιραίο λάθος, που, αν είσαι αντίπαλος θεός με υπόληψη, δεν το αφήνεις ανεκμετάλλευτο, και βάζεις γκολ και στην παράταση.

Πώς είναι δυνατόν, ολόκληρο θεοσόι, τέσσερις-πέντε χιλιάδες χρόνια δυναστεία, με όλες τις εξουσίες και τις επιστήμες στα χέρια τους, να μην πάρουν στα σοβαρά ότι τα χρόνια τους λιγόστευαν και κάποια μέρα θα … μηδενίσουν; Δεν άκουγαν τον κόσμο πώς χρονομετρούσαν και έλεγαν πχ: 2537πΧ, 1224 πΧ, 845 πΧ, 423 πΧ, 146 πΧ, 21, 12, 7, 6, 5, 4, 3, 2, 1, 0παρα-κάτι; Τίποτα;

Και, καλά τους επιστήμονες ! Ούτε τη Λίτσα Πατέρα δεν άκουγαν, για να πάρουν τα μέτρα τους;  Έτσι, τους πήρε … τα μέτρα η αλαζονεία της εξουσίας, όπως τους κοινούς θνητούς πολιτικούς, και…θεός σχωρέστους.

Και…πέθαναν αυτοί καλά, μια και καλή, κι εμείς, κάθε μέρα, πεθαίνουμε χειρότερα!

Διότι είπαμε: Ο κάθε ψηφοφόρος πάει εκεί που του τάζουν περισσότερα και του ζητούν λιγότερα, άσχετα αν αργότερα παίρνουν πάντα λιγότερα και ζητούν πάντα περισσότερα. Αλλά, το μόνο σίγουρο είναι πως,  αργότερα είναι πάντα πολύ αργά για να ψηφίσει άλλους χουβαρδάδες!

     Σ’ αυτήν την …θεογονική εξέλιξη, ο  Διόνυσος δε μπορούσε να αποτελεί εξαίρεση!  Πάει κι αυτός και το συγγενολόι του! Έμειναν όμως ατόφιοι οι υπηρέτες του, οι Λαγκατζαραίοι. Χιλιάδες χρόνια στο ίδιο μοτίβο, τη συνήθισαν τόσο πολύ τη δουλειά τους, που δεν τους

ένοιαξε και πολύ αν άλλαξε η θεοκυβέρνηση.

Το κρασί να βγαίνει !!!

Και το κρασί έβγαινε !!!

Και αφού δεν υπήρχε πλέον και ο αλκοολοθεός να τους το πίνει, το βόλευαν μεταξύ τους και περνούσαν μια χαρά και χωρίς προϊστάμενο.

     Στον οριζόντιο άξονα των τιμών του « χ », από το « –χ » (πΧ, δηλ. προ Χριστού), φτάσαμε στο  « 0χ » (γΧ, δηλ. γέννηση του Χριστού)  και συνεχίσαμε στο « +χ », (μΧ, δηλ. μετά Χριστόν). Οι τιμές αυτές θα μπορούσαν να συμβολίζονται και ως εξής: - θ (πθΔ, δηλ. προ θανάτου Δία),  0θ (θΔ δηλ. θάνατος Δία ) και  +θ (μθΔ δηλ, μετά θάνατον του Δία ) και δεν θα χάναμε ούτε κλεψυδρόλεπτο. Αλλά είπαμε: Η ιστορία γράφεται από τους νικητές!

      Εκτός λοιπόν από την αλλαγή της θεοκυβέρνησης, σ’ αυτόν τον ευλογημένο από όλους τους θεούς, νικητές και νικημένους, τόπο, άλλαζαν συχνά-πυκνά και οι ανθρωποκυβερνήσεις, και  χωρίς εκλογές.  Ρωμαίοι, Βυζαντινοί, Φράγκοι, Βενετσιάνοι, Σαρακηνοί, Γότθοι, Σλάβοι, Άραβες και στο τέλος Τούρκοι, έβαλαν ανεξίτηλα τη σφραγίδα τους, πληρώνοντας πάντα το μελάνι τους οι κατεχόμενοι κατέχοντες, οι κατεχόμενοι  ωσεί κατέχοντες, αλλά και οι κατεχόμενοι μη έχοντες, οι οποίοι πλήρωναν σε είδος. Οι Λαγκατζάρηδες όμως δε συμφωνούσαν καθόλου με τα νέα καθεστώτα, και ειδικά με την τουρκοκρατία, που αργότερα εξελίχθηκε σε προεστοκρατία, κοτσαμπασηδοκρατία, λαοπροδοτοκρατία κλπ., και, όπως ήτανε συνηθισμένοι στην εξοχή, πήραν τα…βουνά, αφού τους κάμπους τους είχαν πάρει άλλοι.

     Η βουνίσια ζωή, όπως και σήμερα, ήταν πάντα πιο δύσκολη απ’ την καμπίσια, και ειδικά άμα σε κυνηγούσαν κιόλας. Έτσι το Λαγκατζαρότσουρμο, εκεί που χιλιετίες πάλευε για το κρασί-κρασάκι, τώρα άρχισε να παλεύει για το ψωμί-ψωμάκι. Κουδούνιζε ο κουδουνάς για να καρπίσει στάρι, αλλά η γη δεν είχε πάρει χαμπάρι ότι άλλαξε η κυβέρνηση, και έβγαζε πάλι αμπέλια. Όμως, τι να το κάνεις το κρασί άμα δεν έχεις ψίχα, που λέει και το… φτωχικό άσμα;

     Επειδή, λοιπόν, όπως πάντα, μόνο με τη δουλειά ήταν δύσκολο το «ζειν», αποφάσισαν να γίνουν πιο επαγγελματίες κλέφτες και για το «ευ ζειν». Και ενώ τα πράγματα πήγαιναν όλο προς το χειροτερότερο, ξαφνικά μια μέρα έπαθαν και τη μεγαλύτερη έκπληξη!! Καθώς πήγαν να στήσουν παγανιά σε μια τούρκικη μουλαροπομπή που μετέφερε διάφορα τροφοεφόδια, πολεμοφόδια, γροσοεφόδια και κάθε άλλου είδους εφόδια, διαπίστωσαν ότι στο ίδιο μέρος ήρθαν …δεύτεροι. Πρώτοι, και για την ίδια δουλειά, είχαν φτάσει κάποιοι άλλοι λεβέντες που και αυτοί δεν άντεχαν τη δουλεία, μαζί και τη δουλειά, και προτιμούσαν κι αυτοί τα ‘έτοιμα’. Αφού λοιπόν, όπως λένε, ο σκοπός αγιάζει τα μέσα - για να μη μπει ο διάολος ανάμεσά τους που στο μεταξύ τον είχαν ανακαλύψει οι χριστιανοί - πατριώτες άνθρωποι, αποφάσισαν όλοι μαζί να κάνουν τραστ. Από τότε άρχισε να ανθίζει το συνεταιριστικό κίνημα στην Ελλάδα κι ας περηφανεύονται οι Αμπελακιώτες, οι Λαυρεώτες και όλοι οι άλλοι …..ώτες για την πρωτιά. Από τότε οι κλέφτες - συνεταιριστές ήθελα να πω - έθεταν τις βάσεις τους για βουλευτιλίκια και υπουργιλίκια, και μην απορείτε γιατί αυτό συμβαίνει μέχρι σήμερα, έστω και λίγο αντεστραμμένα!!!

     Αυτούς τους νεόφερτους, οι σκλαβωμένοι – υποζυγωμένοι, άλλοι τους ονόμαζαν αρματολούς, άλλοι κάπιδες, άλλοι καπομπάσιδες, άλλοι πλιατσικάδες και άλλοι κλέφτες. Αυτό το έμαθε με τον καιρό το τσούρμο και σκέφτηκαν να τους βαφτίσουν με ένα όνομα αξιοπρεπές και για όλες τις χρήσεις. Για το όνομα «κλέφτες» είχαν βάλει…κόκκινη γραμμή!  Το όνομα ήταν…πιασμένο, αδιαπραγμάτευτο, και δεν δέχονταν ούτε τα …παράγωγά του!!!

      Καλά παιδιά ήταν, τη δουλειά την ήξεραν, τη δουλεία την ήξεραν, λεβεντόκορμοι, μπρατσομένοι, ομορφόπαιδα ξυρισμένα, καθαρά, μουστακαλήδες – καμία σχέση με τους σημερινούς – αλλά… δύσκολη η ονοματοδοσία! Έτσι, συνέστησαν μία οχταμελή επιτροπή από πέντε άτομα – οι τρεις βοηθητικοί δεν είχαν δικαίωμα ψήφου -, συνεδρίασαν και αποφάσισαν: Και το όνομα αυτών, Καπεταναίοι!!!  Και τους έδωσαν τη διαχείριση του ταμείου, αλλά οι κλέφτες, που δεν ξεχνούσαν την ειδικότητά τους, κρατούσαν πάντα τα περισσότερα.  Και η ψυχολογία ανέβηκε και οι δουλειές πήγαιναν καλύτερα!

      Άλλο όμως πρόβλημα προέκυψε σε λίγο: οι θηλυκές συμμετοχές ελάχιστες, αλλά οι …ανάγκες πολλές! Έτσι, οι παλιοσειρές, προκειμένου να υπερασπίσουν τα… κεκτημένα τους και να μην αναγκαστούν αργότερα να κάνουν καμιά λευκή πατριωτική… απεργία, προσέλαβαν μέσω των  STAGE  δυο ομορφοκόριτσα, που και αυτές δεν άντεχαν τη δουλεία, Κοκόνες τις λέγανε, για να τους βγάζουν από τα…δύσκολα, να το παίζουν αυτές άνετες και να είναι και αυτοί…άνετοι!!!

               ………………………………

      Από τότε που οι άνθρωποι άρχισαν να οργανώνονται σε κοινωνίες, ανακαλύφθηκαν και οι μαύροι. Και στους λευκούς μαύροι, και στους κίτρινους μαύροι, και στους κόκκινους μαύροι, και στους μαύρους μαύροι. Και όταν λέμε μαύροι, εννοούμε πάντα εκείνους τους μη προνομιούχους συνανθρώπους μας, οι οποίοι σε καθεστώς δουλείας ή εξάρτησης, καλούνται να…απολαύσουν πολύ λιγότερο πλούτο από αυτόν που παράγουν, συνήθως κάτω από πολύ δύσκολες συνθήκες, και τον οποίο καρπώνονται πάντα οι… αλλόχρωμοι, είτε τα αφεντικά τους είτε οι κυβερνήτες τους. Και στις δημοκρατίες, και στις μοναρχίες, και στις ολιγαρχίες, και στις τυραννίες, και στις κατοχές, και στις ακάτοχες, και στους σοσιαλισμούς, και στους καπιταλισμούς, και στους κομμουνισμούς, και σε όλους τους ….ισμούς, μέχρι και αυτόν τον εκτρωματισμό που μας κυβερνάει σήμερα. Είναι πολύ περίεργο, μια χώρα σαν τη δική μας, που έχει ανακαλύψει και εφαρμόσει σχεδόν όλα τα διοικητικά και κοινωνικά συστήματα στο διάβα της ιστορίας της, να είναι τόσο μπερδεμένη και να μην ξέρει ποιο απ’ όλα να εφαρμόσει και να εφαρμόζει πάντα το ό,τι χειρότερο. Στην κοινωνία μας, λοιπόν, όπου κι αν στρέψουμε το βλέμμα μας, θα αντικρίσουμε πολλή μαυρίλα. Θεωρώ ότι από αυτήν την κατάσταση περνάνε όλοι οι άνθρωποι και ο καθένας ‘ασπρίζει’ στην πορεία του όσο μπορεί. Και πάντα προσπαθεί να πάρει αυτό που πιστεύει ότι δικαιωματικά δικαιούται, είτε με νόμιμο τρόπο, δηλαδή παρακαλώντας ή επαιτώντας, ή απαιτώντας, είτε με ημινόμιμο, είτε με…εντελώς ανόμιμο.

      Στην τουρκοκρατία ανθούσε πολύ η αραπο-μαυρίλα. Κάθε αφέντης τον αράπη του. Κάθε αράπης τη μαυρίλα του. Ό,τι είχε σχέση με φωτιά, κάρβουνο, στάχτη, καπνιά, τσίκνα κλπ., ήταν δουλειά του αράπη, μέχρι σε σημείο που η τσιμπίδα του ήταν η… συνέχεια του χεριού του. Βλέποντας λοιπόν ότι οι αφεντάδες του επέτρεπαν κάθε πρωτοχρονιά στη Λαγκατζαροπαρέα να …αρμέγει όσο μπορεί τους  Έλληνες-μαύρους, τάχα για το έθιμο, άρχισε να σκέφτεται… δυνατά και ελληνικά!!!

-Ρε εγώ…ρε εσύ…ρε εγώ…ρε εσύ…εγώ…εσύ

’γω…’συ…’γω…’συ…’σω…’γη…(ήταν λίγο μπερδεμένος με τις προσωπικές αντωνυμίες), αφού δουλεύω, σα μαύρος, όλο το χρόνο και κάθε πρωτοχρονιά είναι αργία και ο αφέντης μου δίνει ρεπό (εκεί πάλι μπέρδεψε την αργία με το ρεπό), τι πρέπει να κάνω για να μη μου πάει η μέρα τζάμπα;

Παράλληλα, βλέπει τους Λαγκατζαραίους που είχαν αργία, σαν άσπροι, όλο το χρόνο και δούλευαν μόνο την αρχιχρονιά και του έρχεται η ιδέα!!!

-Ρε εγώ…εσύ…( αχ! αυτά τα ελληνικά!), και             δεν…ανακατώνομαι κι εγώ μ’ αυτούς, να πάω κι εγώ τάχα, χρονιάρα μέρα, να λέω τα κάλαντα σ’ αυτούς τους χριστιανούς, έστω και παρακατιανά, αν δε με θέλουν στην ομάδα τους; Κάτι δε θα δώσουν και σε μένα; Τι χριστιανοί είναι;

Αλλά πάλι είχε έναν ενδοιασμό. Ένα κράτημα:

-Τι δουλειά έχω εγώ ο μαύρος μεσ’ στις φουστανέλες; Σαν τη μύγα μεσ’ στο γάλα θα είμαι!! Ποιος θα μου δώσει σημασία; Και, προπαντός, ποιος θα με…ενισχύσει; Και αν δεν… κάτσει η δουλειά, με τι πρόσωπο θα ξαναβγώ στο παζάρι;

Επειδή όμως η φτώχεια έχει τεράστια δύναμη, το ξανασκέφτηκε:

-Και τι με νοιάζει εμένα το πρόσωπο; Πότε με ένοιαζε; Μάκης Τζάκσον είμαι; Και να μη γίνει πιο άσπρο, πιο μαύρο αποκλείεται να γίνει! Και, στο κάτω-κάτω, τι δουλειά θα ξαναέχω εγώ στο παζάρι;

Αφού συσκέφτηκε, τελικά, με τη φτώχεια του, αποφάσισε να την…τελειώσει:

-Θα το νταλντήσω!!!

Και το ντάλντησε!!!

Έξοδα δεν ήθελε για προσωπίδα, όπως οι άλλοι. Είχε από…φυσικού του και δεν ήταν και ρατσιστής να θέλει να δείχνεται άσπρος! Έβαλε μόνο μια φτηνή άσπρη φούστα στη μέση του, όχι για να δείχνει τάχα σαν φουστανέλα, αλλά επειδή ήταν το φερμουάρ του παντελονιού του χαλασμένο και……ξέρετε!

     Ξημερώνοντας, λοιπόν, πρωτοχρονιά, με το που ακούει κουδούνια και καμπάνες, παίρνει την τσιμπίδα του και… ανακατώνεται κι αυτός, ένας εργατογιός, με τους... αργιοπατέρες!  Ένας μαύρος με άσπρα δόντια  ανάμεσα σε δώδεκα άσπρους με μαύρα δόντια! Στην αρχή, τον έδιωχναν από κοντά τους, αλλά, στη συνέχεια, αφού επέμενε και ξαναματαεπέμενε, τον άφησαν να τους ακολουθεί, αλλά από λίγο παραπέρα. Σε κάθε σπίτι, αφού περνούσαν κι έπαιρναν πρώτοι οι … επίσημοι όλα τα καλούδια για τον ιερό σκοπό του « ευ αγωνίζεσθε», του «ευ ζην», του «ευ καλοπερνάν», του «ευ κωλοβαράν», και όλων των «ευ» με τα απαρέμφατά τους, παραπίσω περνούσε κι αυτός και χτυπώντας με την… προέκταση του χεριού του, την τσιμπίδα, την παλάμη του άλλου χεριού, ικέτευε τους νοικοκυραίους, λέγοντας σε άπταιστη … αραβοελληνική, το γνωστό μέχρι σήμερα απόφθεγμα:  ‘κάρα-κάρα μια ντεκάρα’, δηλ. ‘δώστε καμιά δεκάρα και σε μένα που είμαι μαύρος’.  Όπου του δίνανε κάτι, έκανε μια βαθιά δουλική ευχαριστήρια υπόκλιση και έφευγε για το επόμενο σπίτι. Όπου όμως δεν του δίνανε τίποτα, από το κακό του, δεν χτυπούσε με την τσιμπίδα του το  δεύτερό του χέρι αλλά το τρίτο του… πόδι, λες κι εκείνο έφταιγε!!! Κι αυτό και τα…κρεμμύδια του!!!  Καμιά φορά μπορεί να ‘τσιμπίδιαζε’ και τίποτα πιτσιρικάδες αν τον πολυενοχλούσαν, αυτόν και τον … ορθοστάτη του.

    Αφού είδε ο αραπάκος ότι οι χριστιανοί του φέρονταν χριστιανικά και είχε ‘χαΐρι’,  το καθιέρωσε κάθε πρωτοχρονιά να … λαγκατζαρίζει. Και κάθε πρωτοχρονιά οι δουλειές πήγαιναν καλύτερα, ώσπου τελικά έγινε κι αυτός μέλος της λαγκατζαρο-ομάδας, αλλά το εισπρακτικό του ήταν πάντα χωριστό από τους υπόλοιπους. Σιγά σιγά άρχισαν να έρχονται και τα μπρατίμια του στο φαγοπότι,  με αποτέλεσμα μερικές φορές να βρίσκονται και πεντέξι αράπηδες στη γιορτή!! Τους έδιωχναν όμως οι ‘καπεταναίοι’ επειδή … παρενοχλούσαν τις ‘κοκόνες’ που τους …καλοέβλεπαν και τρέχανε τα… σάλια τους, και δεν ήταν και καιρός να χάσουν τα κεκτημένα τους!!

                  ---------------------------------------

    Από τότε που ανακαλύφτηκαν οι αρκούδες, ανακαλύφτηκαν και οι γύφτοι!!!  Από πάντα ταίριαζε η χημεία τους! Την πρωτοβουλία όμως την είχαν οι αρκούδες. Γιατί οι αρκούδες ήταν πάντα αστέρια, και σαν αστέρια τις έστειλαν οι αρχαίοι μας να κόβουν βόλτες στον ουρανό, μάνα και κόρη, για να τις βλέπουν οι γύφτοι και να προσανατολίζονται, επειδή με τη γεωγραφία δεν τα πήγαιναν και τόσο καλά, ενώ με τ’ άλλα μαθήματα δεν τα πήγαιναν γενικώς. Πολύ νοήμονα ζώα, λοιπόν και, σαν νοήμονα ζώα, σκέφτηκαν:

 -Τι νοήμονα ζώα είμαστε εμείς, άμα περνάμε όλη τη ζωή μας τρώγοντας, κοιμώντας και… διατηρώντας το είδος μας, όπως όλα τα μη νοήμονα ζώα; Με τη νοημοσύνη που διαθέτουμε, πρέπει να ξεχωρίσουμε από τα άλλα ανόητα τετράποδα, δίποδα, κεφαλόποδα, άποδα κλπ., και να κάνουμε κάτι διαφορετικό!  Να…αφιερωθούμε στην τέχνη!!!

Επειδή, όμως τότε δεν είχε ανακαλυφτεί ακόμα η ποίηση, η γλυπτική, ο κινηματογράφος, η ζωγραφική και οι άλλες καλές τέχνες, το ξανασκέφτηκαν πιο πρακτικά:

- Ομορφοκόριτσα είμαστε, λυγερόκορμες είμαστε, μυαλό ξουράφι έχουμε, γνώσεις ιατρικής έχουμε, σούζες κάνουμε, μουσικό αυτί έχουμε, δε γινόμαστε χορεύτριες;

Και, ξαναεπειδή όμως, τα χορευτικά προσόντα τα είχαν αλλά, δεν είχαν ορχήστρα, ξανα-ξανασκέφτηκαν και αποφάσισαν να προσλάβουν μία γύφτικη, για να τους…κάνει τη δουλειά!!! Αλλά ήταν πολύ άτυχες, αφού έπεσαν σε περίοδο γιορτών και οι… σοβαρές ορχήστρες έλειπαν στα πανηγύρια. Λίγοι… σολίστες που είχαν μείνει, ήταν για τα… πανηγύρια. Αλλά, στην ανάγκη, τι να έκαναν; Αναγκάστηκαν να προσλάβουν έναν γύφτο μαύρο, ξεδοντιάρη, που ήξερε μόνο να βαράει μονότονα ένα συνταξιούχο ντέφι και, …ντέφι να γίνει, αφιερώθηκαν στην τέχνη!!!

  Και περνούσαν οι αρκούδες ζωή γύφτικη, και ο γύφτος ζωή αρκουδίσια!!!  Ντέφι ο γύφτος, σούζα οι αρκούδες!!! Τσιφτετέλι ο ντεφίστας, κοιλιακούς οι μπαλαρίνες!!!  Έλα, όμως, που ο γύφτος είναι γεννημένος να ζει ζωή γύφτικη και όχι αρκουδίσια και, με τον καιρό, από το πολύ βατόμουρο που έτρωγε, άρχισε να… παράγει μαρμελάδα και διαμαρτυρόταν! Έτσι, οι αρκούδες αποφάσισαν να του παραχωρήσουν κάποιες γυφτοδιευκολύνσεις, αλλά δεν αποφάσισαν ποιες! Και καθώς συσκέπτονταν, η μεγαλύτερη και πιο έξυπνη, έριξε την ιδέα:

-Ρε σεις! Οι αράπηδες είναι πιο έξυπνοι από μας και θέλουν να γίνουν… ανθρωπινότεροι;

-Ανάλυσέ το!!

-Αυτοί δεν ανακατώθηκαν με τα Λαγκατζάρια και…λάδωσαν τα εντερικά τους;

-Προχώρα το!!

-Δεν τον ανακατώσουμε κι εμείς μ’ αυτήν την παρέα, μπας και δοκιμάσει κι αυτός τίποτις ανθρωποφάι και …κόψει το κόψιμο;

-Και, τίνι τρόπω θα προβώμεν εις τούτο το εγχείρημα; Ρώτησε μια σπουδαγμένη!

-Να, θα κάνει ο γύφτος τάχα ντεφάρει, θα κάνει κάποια από ’μας τάχα χορεύει και….

-Θα κάνουν και οι άνθρωποι τάχα τους λυπήθηκαν και θα… ξηγηθούνε φαγώσιμο; Αναρωτήθηκε μια άλλη, πιο λαϊκιά!!

-Ελπίζω στις άγιες ημέρες και στη… χριστιανοσύνη τους!

 Μια άγια μέρα, λοιπόν, βάλανε μπρος την… τροφο-ενέργεια και… το θαύμα έγινε: Ο γύφτος έπαψε… να ενεργείται!

    Έτσι, το αρκουδογύφτικο ντουέτο έγινε μόνιμος κάτοικος του Λαγκατζαριού, ώσπου μια άλλη μέρα, καθόλου άγια, το θαύμα… ξε-έγινε: Ανακαλύφθηκαν οι ‘οικολόγοι’, οι οποίοι κατηγόρησαν ευθέως τις αρκούδες για κακομεταχείριση του γύφτου, για γύφτικα δικαιώματα κλπ., με αποτέλεσμα να αποκλειστεί το … αρμονικό δίδυμο από το έθιμο, μόλις άρχιζε να γίνεται κι αυτό… έθιμο!!! Και από τότε δεν ξαναφάνηκε ούτε γύφτος ούτε αρκούδα στο Λαγκατζάρι και έχασε και η ιατρική τις υπηρεσίες τους!

        Αυτά και άλλα πολλά συνέβησαν για να φτάσει το ωραιότερο έθιμο του χωριού μας στη σημερινή του μορφή, περνώντας από … χιλιετίες τέσσερις, εκατονταετίες σαράντα τέσσερις, δεκαετίες  τετρακόσιες σαράντα τέσσερις, γενεές εκατόν εξήντα τέσσερις, και όλη αυτή η ταλαιπωρία, για να … τετοιώσει  ο Μεθύστακας!!!!

    Είμαι ο Κώστας Ζέρβας και………………………………………………………………………………………………………………………………………………………μόλις τελείωσα!!!!!!!!!!

( Για … κριτικές, παρατηρήσεις, σχόλια και ό,τι σας … καπνίσει, είμαι εδώ:  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε. για να το… καπνίσουμε μαζί).

&l