petraΠολιτιστικός Σύλλογος Αηδημητρινών Θεσσαλονίκης
"H Πέτρα"

 

Λαθραίες ψυχές

01/02/2010

Λαθραίες ψυχές

  Το τρένο με την πορτοκαλί μηχανή έφθασε επιτέλους στον προορισμό του, στο σιδηροδρομικό σταθμό Κατερίνης πριν από αρκετά χρόνια. Σήμερα είναι μια διαφορετική μέρα από όλες αυτές που πέρασαν τα προηγούμενα επτά χρόνια. Έρχονται οι γονείς μου από την Γερμανία. Τίποτα δεν θυμάμαι από τα προηγούμενα χρόνια παρόλο που λογικό θα ήταν να  μείνει κάτι στην μνήμη μου, μιας και είχαν έρθει άλλες τρεις φορές με άδεια. Ίσως η άρνηση στο γεγονός ότι ερχόταν και έφευγαν, αφήνοντας εμένα στην μία γιαγιά και την αδελφή μου στην άλλη. Δεν μπορούσα τότε να καταλάβω τι ήταν εκείνο που ανάγκαζε τους μισούς τουλάχιστον γονείς του χωριού να αφήνουν τα παιδιά τους και να ζουν μετανάστες σε ξένη χώρα.

  Παλιά, στο χωριό η φτώχεια ήταν μεγάλη και η ελπίδα  μιας καλύτερης ζωής, πρώτα για τα παιδιά τους και μετά για του ίδιους, οδηγούσε σχεδόν όλα τα νέα ζευγάρια στους γιατρούς της Θεσσαλονίκης, όπου αφού διαπιστωνόταν ότι, όπως και τα ζώα όταν αγοράζονται είναι υγιή και δεν θα μολύνουν το υπόλοιπο κοπάδι, αποκτούσαν την πολυπόθητη visa η οποία θα τους νομιμοποιούσε στην χώρα που θα φιλοξενούνταν.

  Επτά χρόνια πριν, το τρένο είχε την αντίστροφη πορεία. Έπαιρνε τα νέα παιδιά με τα μάτια βουρκωμένα και την καρδιά γεμάτη θλίψη για ότι άφηναν πίσω τους. Μετά από πολυήμερο ταξίδι, το τρένο έφτανε στον προορισμό του και η νέα ζωή άρχιζε να ξετυλίγεται.

  Αρχικά οι δυσκολίες πολλές. Πρώτα από όλα η γλώσσα, το μέσο που σου δίνει την δυνατότητα να επικοινωνείς με τους άλλους, να τους καταλαβαίνεις και να σε καταλαβαίνουν για να μην οδηγηθείς στον απομονωτισμό και στην ανασφάλεια. Δεύτερο, η εργασία σε δύσκολους χώρους, πολλές φορές εκεί που δεν εργάζονταν οι ντόπιοι. Απαραίτητη όμως προκειμένου να σταλεί το συνάλλαγμα πίσω στην πατρίδα για να μπορέσουν να ζήσουν αυτοί που έμειναν πίσω, αλλά και για να φτιάξουν ένα σπίτι στο χωριό. Τρίτο η στέγη, αφού αρχικά διέμεναν μέσα σε παλιά σπίτια όπου ένα δωμάτιο το μοιραζόταν τρία και αρκετές φορές τέσσερα άτομα. Σπίτια  χωρίς τις δεδομένες για εμάς σήμερα ανέσεις, όπως μπάνιο και τουαλέτα.

  Όλα όμως ξεπερνιόταν μπροστά στη επίτευξη του σκοπού που ο καθένας είχε θέσει. Σιγά-σιγά τα πράγματα διορθωνόταν κι οι συνθήκες διαμονής βελτιωνόταν. Ακόμη και οι ντόπιοι που αρχικά τους κοιτούσαν κάπως περίεργα άρχισαν και αυτοί να τους αποδέχονται και τους έδιναν χέρι συμπαράστασης στην καθημερινότητα τους. Υπήρχε βέβαια και η επίσημα οργανωμένη κρατική μέριμνα που φρόντιζε για την κοινωνική τους ασφάλεια και τα εργασιακά τους δικαιώματα. Σε λίγα χρόνια δεν άργησαν να φανούν και τα πρώτα σχολεία και οι εκκλησίες που αποτέλεσαν χώρους συνάντησης όλων των μεταναστών.

  Τα έβλεπαν όλα αυτά οι μετανάστες μας και άρχισαν να θαυμάζουν και να ευγνωμονούν τον ντόπιο πληθυσμό που αρχικά αποκαλούσαν τα <<γουρούνια>>. Όταν επέστρεφαν με άδεια στην Ελλάδα, αλλά και μέσα από τα γράμματά τους μετέφεραν μια καλύτερη εικόνα για τον νέο τόπο διαμονής τους. Επίσης, οι Έλληνες στην πατρίδα δημιουργούσαν μια θετική αντίληψη για την χώρα που φιλοξενούσε τα παιδιά  τους. Δεν ήταν, όμως, μόνο οι αντιλήψεις των μεταναστών που άλλαζαν, οι ίδιοι άρχιζαν να μορφώνονται και να δημιουργούν σε αυτήν την χώρα. Όλος αυτός ο πνευματικός και υλικός πλούτος δίνονταν με χαρά ως παρακαταθήκη στη φιλόξενη χώρα, η οποία φρόντιζε να απομονώνει όλους εκείνους που αποκαλούσαν τον φτωχό αυτό κόσμο GASTERBEITER. Φθάσαμε λοιπόν στο σημείο πάρα πολλοί να θαυμάζουν την οικονομική και πνευματική ευρωστία των χωρών υποδοχής πχ τη Γερμανία.

  Πέρασαν τα χρόνια και ένα καλοκαιρινό πρωινό, την ώρα που πίναμε τον καφέ μας στο καπνοχώραφο, βλέπουμε μια ομάδα εξαθλιωμένων ανθρώπων να περνάει από το ποτάμι. Τότε η μάνα μου σηκώνεται γρήγορα και πάει στον «τρουβά» βγάζει το ψωμί και το φαγητό που είχαμε, κατευθύνεται προς το μέρος τους και τους το δίνει. Ξαφνιασμένος από την γρήγορη αντίδραση της μάνας, όταν επέστρεψε την ρωτάω «ρε μάνα, τι κάνεις; Αυτοί είναι λαθρομετανάστες Αλβανοί». Και τότε με σόκαρε η απάντηση αυτής της γυναίκας «δεν υπάρχουν παιδί μου λαθραίες ψυχές, φτωχοί άνθρωποι είναι και εάν γίνεις και εσύ κάποτε μετανάστης θα το θυμηθείς». Αυτή η απάντηση με έχει σημαδέψει και από τότε άρχισα να καταλαβαίνω περισσότερο την ψυχολογία αυτών ανθρώπων, αλλά και να ενδιαφέρομαι περισσότερο για τα αίτια της μετανάστευσης, τα προβλήματα που δημιουργούνται στις χώρες υποδοχής και πώς αυτά θα μπορούσαν να αντιμετωπιστούν στα πλαίσια μιας πολυπολιτισμικής χώρας, όπως τείνει να γίνει και η πατρίδα μας.

  Η χώρα μας, λοιπόν, μετά και από τις ραγδαίες εξελίξεις σε όλο τον κόσμο την τελευταία εικοσαετία, μετατράπηκε από ένα τόπο όπου οι κάτοικοι μετανάστευαν για να βρουν μια καλύτερη ζωή, σε χώρα υποδοχής μεταναστών. Η έλλειψη νομοθετικού πλαισίου υποδοχής μεταναστών προκάλεσε φόβο σε μια μερίδα συμπατριωτών μας. Την είσοδο μεταναστών την είδε ως κίνδυνο ανατροπής και καταστροφής της προϋπάρχουσας κατάστασης. Για κάποιους, ο κίνδυνος ότι μπορεί να απολεσθεί η εθνική ταυτότητα και να χαθούν τα ιερά και όσια του έθνους είναι προ των πυλών, όπως και ο κίνδυνος (ευτυχώς για πάρα πολύ λίγους) να μολυνθεί το αίμα μας από τους ξένους. Για κάποιους άλλους, η αιτία για την ανεργία, την εγκληματικότητα αλλά και την οικονομική δυσπραγία είναι οι μετανάστες που παίρνουν τις δουλειές που «δικαιωματικά» τους ανήκουν. Άλλωστε, όπως υποστηρίζουν κάποιοι καλοπληρωμένοι αναλυτές και δημοσιογράφοι, η χώρα δεν αντέχει τόσο μεγάλο αριθμό μεταναστών, ιδιαίτερα τώρα που βρισκόμαστε σε περίοδο οικονομικής κρίσης.

  Όμως, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι και το νομοθετικό πλαίσιο να υπήρχε, όσο στον κόσμο υπάρχει φτώχεια, δυστυχία και πόλεμοι και όσο δεν αντιμετωπίζονται οι αιτίες που τα προκαλούν, θα υπάρχει  μετανάστευση και τίποτα δεν μπορεί να την σταματήσει. To ανθρώπινο ένστικτο της επιβίωσης θα οδηγεί, όπως πάντα γίνονταν στην ανθρωπότητας, τον κόσμο να ψάχνει ένα άλλο μέρος στον πλανήτη μας, όπου θα μπορεί να ζήσει καλύτερα. Άλλωστε, από αυτήν την κατάσταση επωφελούντο, άσχετα αν δεν το δηλώνουν επίσημα, τόσο οι χώρες υποδοχής μιας και έχουν φθηνή εργατική δύναμη, όσο και οι χώρες καταγωγής μιας και κερδίζουν από το συνάλλαγμα που δέχονται. Πέρα, όμως, από τα διακρατικά συμφέροντα είναι ανθρώπινο δικαίωμα καθενός του οποίου η ζωή κινδυνεύει να μετακινείται οπουδήποτε, για να την προστατέψει  ή να την βελτιώσει.

 Σήμερα, πατώντας πάνω σε υπαρκτά προβλήματα που έχει δημιουργήσει η αθρόα προσέλευση μεταναστών, κάποιοι που πολλές φορές ντρέπονται να αποκαλύψουν στην Ελληνική κοινωνία το πραγματικό τους πρόσωπο και έχουν φορέσει ένα μανδύα δήθεν δημοκρατικότητας καλλιεργούν εσκεμμένα την ξενοφοβία. Τελευταία τους βλέπουμε εύκολα να φιλοξενούνται στα τηλεοπτικά κανάλια (γιατί άραγε;) και να δίνουν ρεσιτάλ υποκρισίας και πατριωτισμού, λες και αν υιοθετηθούν οι απόψεις τους θα πάψει το πρόβλημα να υπάρχει. Σε περιόδους οικονομικής κρίσης και διεθνών ανακατατάξεων, ανέκαθεν στην ανθρώπινη ιστορία, δημιουργούνταν το κατάλληλο περιβάλλον για να ενισχυθούν αντιδραστικές-φασιστικές πολιτικές ιδεολογίες και η ανθρωπότητα δυστυχώς έζησε το μεγαλείο τους ειδικά τον εικοστό αιώνα. Αυτές οι «ευγενικές» φωνές πρέπει να απομονωθούν στη συνείδηση του Ελληνικού λαού, ο οποίος πρέπει να καταλάβει ότι πίσω από αυτούς κρύβονται εκείνοι που πραγματικά κερδίζουν από το «διαίρει και βασίλευε», δηλαδή η κυρίαρχη οικονομική ελίτ. Στους διαχωρισμούς και στις εντάσεις που έντεχνα καλλιεργούν κάποιοι ανάμεσα σε ντόπιους και ξένους, ο Ελληνικός λαός πρέπει να απαντήσει με αλληλεγγύη, προβάλλοντας τα ανθρώπινα ιδεώδη που πάντα χαρακτήριζαν τον Ελληνικό πολιτισμό. Δεν πρέπει να ξεχνάει ότι όσο χειροτερεύει η θέση των μεταναστών και αυτοί μετατρέπονται σε μια μάζα χωρίς στοιχειώδη δικαιώματα, τόσο θα χειροτερεύει και η δική του θέση.  Στην πατρίδα μας, η μετανάστευση είναι πλέον μια πραγματικότητα που πρέπει να συνειδητοποιήσουμε και με βάση αυτή να πορευθούμε. Εδώ μπαίνει το ερώτημα πώς θα αντιμετωπίσουμε  την παρούσα κατάσταση τόσο εμείς όσο και οι αλλοδαποί.

  Κατά την γνώμη μου,

- πρώτα από όλα, θα πρέπει να καταβάλλουμε προσπάθειες να συνυπάρξουμε, να αποδεχθεί ο ένας την διαφορετικότητα του άλλου και να δείχνουμε κατανόηση και ευαισθησία. Η επαφή με το διαφορετικό αμβλύνει τις διαφορές και μαθαίνει τους ανθρώπους να βλέπουν την ψυχή του διπλανού τους και όχι το χρώμα ή την φυλή του.

- μέσα στη οικογένεια οι γονείς, που αποτελούν πρόσωπα μίμησης για τα παιδιά, θα πρέπει να δίνουν παραδείγματα ανθρώπινης συμπεριφοράς προς τους ξένους.

- το σχολείο, μέσα από τα αναλυτικά προγράμματα, πρέπει να προάγει μια αγωγή που να απορρέει από την πεποίθηση ότι όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι και να θεωρεί ότι οι πολιτιστικές, γλωσσικές και θρησκευτικές διαφορές δεν αποτελούν αποδιοργανωτικό παράγοντα αλλά εμπλουτιστικό. Μια σχολική κοινωνία που θα δίνει ίσες ευκαιρίες μόρφωσης και θα είναι ενάντια σε κάθε είδους διάκριση.

- η πολιτεία θα πρέπει να ασκεί μια πολυπολιτισμική πολιτική που θα προσφέρει στις διαφορετικές πολιτισμικές ομάδες δικαίωμα ύπαρξης και λειτουργίας και σαφή και αναγνωρίσιμη θέση στην κοινωνία. Να ανέχεται ότι οι ομάδες αυτές θα πρέπει να συνεχίσουν να λειτουργούν ως ξεχωριστές και να μην απαιτεί από αυτές να αφομοιωθούν από τον κυρίαρχο πολιτισμό. Αλλά και ο ίδιος ο κυρίαρχος πολιτισμός πρέπει να εκπαιδευτεί με τέτοιο τρόπο ώστε να μην αποζητά την αφομοίωση τους, αλλά να σέβεται και να τιμά τη διαφορετικότητά τους. Ο σεβασμός της διαφορετικότητας θα πρέπει να εκφραστεί με εξασφάλιση τόπων λατρείας, παιδείας και πολιτισμού, ώστε να τονωθεί το αίσθημα των μεταναστών με τέτοιο τρόπο, που οι ντόπιοι να αναγνωρίζουν σε αυτούς το δικαίωμα να έχουν λόγο στα πολιτικά και εργασιακά πράγματα. Με άλλα λόγια, μια πολιτική που θα επιδιώκει την ενσωμάτωση και όχι την αφομοίωση των μεταναστών.

Τελειώνοντας θα ήθελα να πω πως το μεταναστευτικό πρόβλημα αντιμετωπίζεται μόνο με ανθρώπινο τρόπο και η πολυπολιτισμικότητα μπορεί να αποτελέσει παράγοντα ανανέωσης των κοινωνιών, όπως γινόταν στην ιστορία όλου του κόσμου, κάτω φυσικά από διαφορετικές συνθήκες. Η συνέχεια του έθνους μας δεν βασίζεται στην καθαρότητα της φυλής μας, αλλά στην ΠΑΙΔΕΙΑ.

                                                                                                                                        ΔΗΜΑΤΗΣ ΓΙΑΝΝΗΣ