petraΠολιτιστικός Σύλλογος Αηδημητρινών Θεσσαλονίκης
"H Πέτρα"

 

Ρατσισμός: Η αντιμετώπιση του μέσα από την εκπαίδευση

08/12/2010

Ρατσισμός: Η αντιμετώπιση του μέσα από την εκπαίδευση

Το στιγμα της σύγχρονης κοινωνίας έχει προσδιοριστεί κατά καιρούς με διάφορους όρους οι οποίοι προβάλλουν ένα ή περισσότερα γνωρίσματα της ως κυρίαρχα και στα οποία θα έπρεπε να συμπεριληφθεί και το φαινόμενο του διεθνισμού• η τάση δηλαδή των χωρών της Ευρώπης, κάτω από την πίεση αναγκών, να ενταχθούν σ' ένα ευρύτερο πλαίσιο στο οποίο θα επικρατεί η κοινή επιθυμία και η κοινή προσπάθεια. Παράλληλα, δρουν και αντίρροπες τάσεις, που υπονομεύουν την ενοποιητική προσπάθεια των Ευρωπαϊκών χωρών. Ένας από τους σημαντικότερους κινδύνους είναι ο εθνικός φανατισμός ή εθνικισμός όπως χαρακτηριστικά και ξεκάθαρα εκφράστηκε μέσα από το πρόσφατο άρθρο της εφημερίδας ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ με τίτλο: «Έκρηξη μισαλλοδοξίας».
Ο ρατσισμός - φαινόμενο διαχρονικό αλλά δυστυχώς και σύγχρονο - είτε εκφράζεται ως φυλετικός (διακρίσεις βασισμένες στη διαφορετικότητα του χρώματος ή εναντίον φυλών του τρίτου κόσμου), είτε ως εθνικός (αίσθηση της υπεροχής ενός έθνους έναντι των άλλων), είτε ως κοινωνικός (διακρίσεις βασισμένες σε πολιτικές, ιδεολογικές, πνευματικές, οικονομικές, πολιτιστικές διαφορές, διακρίσεις σε βάρος των γυναικών, των μειονοτήτων, των ατόμων με ειδικές ανάγκες) αποτελεί καρκίνωμα για το κοινωνικό σώμα που αν δεν εξαλειφθεί εγκαίρως η μεταστασιακή του δράση κινδυνεύει να μολύνει και κατ' επέκταση να εξουδετερώσει κάθε υγιές κύτταρο του.
Η σωστή και ώριμη αντιμετώπιση του προβλήματος μέσα από την εκπαιδευτική διαδικασία και με αποτελεσματικές παρεμβάσεις στο σχολείο, μπορεί να επιτευχθεί αφού προηγουμένως εστιάσουμε στις γενεσιουργές αιτίες που προκαλούν την εμφάνιση του φαινομένου στο οποίο αναφέρεται το άρθρο. Ας μη λησμονούμε, ότι για να καταστεί το σχολείο χώρος επίλυσης των δύσκολων προβλημάτων της ανθρωπότητας, η κοινότητα των εκπαιδευτικών οφείλει να αντιλαμβάνεται έγκαιρα το μέγεθος τους πριν δρομολογήσει τεχνικές και τρόπους επίλυσης τους.
Πολλές χώρες έγιναν πολυεθνικές λόγω της έλευσης χιλιάδων ανθρώπων κυρίως από τριτοκοσμικές χώρες οι οποίοι αναζητούν καταφύγιο, ανθρώπινες δυνατότητες διαβίωσης, ειρηνική και δημοκρατική ζωή. Οι ντόπιοι πληθυσμοί αντιμετωπίζοντας το φάσμα του ανταγωνισμού και της διεκδίκησης θέσεων εργασίας από τους μετανάστες και πρόσφυγες., αντιδρούν συχνά με ακραίες ενέργειες, δηλώνοντας την αντίθεση τους στην παρουσία αυτών. Ωστόσο αν δουν την όλη κατάσταση με νηφαλιότητα και με

γνώμονα τα ιστορικά δεδομένα θα διαπιστώσουν ότι χώρες που προσπαθούν να εντάξουν ομαλά τους ξενόφερτους ευημερούν, ενώ όσες δε δρομολογούν την ισότιμη ένταξη των νέων κατοίκων ταλανίζονται από σοβαρά προβλήματα.
Σε συνάφεια με τα προηγούμενα, πρέπει να τονίσουμε ότι παρά τις πρώτες αυθόρμητες θετικές αντιδράσεις προς τους "ξένους", ο ντόπιος πληθυσμός στη συνέχεια κυριεύεται από φόβο και δυσπιστία απέναντι τους. Στο σημείο αυτό καταλυτικός είναι ο ρόλος των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης που συχνά για οικονομικές και πολιτικές σκοπιμότητες διοχετεύουν αρνητικές πληροφορίες γι' αυτούς και με εμπρηστικά δημοσιεύματα αναζωπυρώνουν τον εθνικισμό πυροδοτώντας ένα κλίμα εθνικιστικής υστερίας που διαταράσσει τη ζωή της χώρας μας αλλά και τις σχέσεις της με τις άλλες.
Η μάζα των πολιτών νιώθει ότι απειλούνται σημαντικά αγαθά όπως η ζωή, η ελευθερία, η αξιοπρέπεια, η σωματική ακεραιότητα, η εθνική ταυτότητα, η ασφάλεια ή ακόμη και θεσμοί όπως αυτός της εκπαίδευσης.
Τάσεις διαφοροποίησης μιας ομάδας από κάποια άλλη εντοπίζονται στην παιδική κιόλας ηλικία και πηγάζουν από τη νοοτροπία των ενηλίκων να τονίζουν συχνότερα στα παιδιά τις διαφορές και σπανιότερα τις ομοιότητες. Στα πλαίσια της οικογένειας αλλά και του σχολείου οι μεγάλοι όταν μιλούν με τα παιδιά για άλλους λαούς μένουν κυρίως στις διαφορές και σπάνια τις παρουσιάζουν ως διαφορές στο πλαίσιο μιας ομοιότητας υψηλότερου επιπέδου. Η ευθύνη των ενηλίκων δεν σταματά εδώ αλλά έχει και συνέχεια. Δεν είναι λίγοι αυτοί που εσκεμμένα μεταφέρουν στα παιδιά τους τις προκαταλήψεις τους καθώς θεωρούν ότι αυτές αποτελούν αντικειμενική και χρήσιμη γνώση.
Επίσης, πηγή όπου μπορούν να αναβλύσουν κρουνοί μισαλλοδοξίας είναι και η παράλογη, ωστόσο διάχυτη αντίληψη ότι η παρουσία ξένων αποτελεί επιβουλή εναντίον της πατρίδας. Ταυτίζοντας την ξενική παρουσία με την επιβουλή κατά της πατρίδας η βία φαίνεται να νομιμοποιείται, καθώς θεωρείται ένα κοινωνικά αποδεκτό μέσο για την υπεράσπιση της πατρίδας από τους εχθρούς της.
Συνεχίζοντας τη διερεύνηση των αιτιών του εθνικισμού και της μισαλλοδοξίας παρατηρούμε πως ο άνθρωπος, που είναι από τη φύση του ιδεοπλάστης και ιδεολάτρης, γίνεται από πνευματική αδράνεια και ηθική δειλία ιδεοληπτικός. Κοινός τόπος στην ερμηνεία όλων των μορφών του εθνικισμού είναι το χαμηλό μορφωτικό επίπεδο και η πνευματική ανωριμότητα, που συρρικνώνουν τους πνευματικούς ορίζοντες, επιφέρουν την πνευματική μονολιθικότητα, απογυμνώνουν τη συνείδηση από τις δημοκρατικές αρχές της ιδεολογικής ανεκτικότητας του σεβασμού της προσωπικότητας του άλλου και διαιωνίζουν τις προκαταλήψεις και τις στερεότυπες αντιλήψεις.
Παράλληλα με το χαμηλό μορφωτικό επίπεδο των ανθρώπων, δρουν και τα κοινωνικά, οικονομικά συμφέροντα ομάδων ή εθνών, καθώς ο εθνικισμός στις μέρες μας χρησιμοποιείται ως ιδεολογικό υποκατάστατο της κλονισμένης κοινωνικής συνοχής από την οικονομικοκοινωνική πολιτική. Έτσι καλλιεργούνται ή και ενθαρρύνονται οι ακραίες ιδεολογίες, οι προκαταλήψεις για τον αποπροσανατολισμό της κοινής γνώμης από επίκαιρα σοβαρά προβλήματα της κοινωνικής και πολιτικής ζωής, για την ευχερέστερη χειραγώγηση και ετεροκατεύθυνση του λαού. Επίσης, υποβοηθητικό ρόλο στην έξαρση του εθνικισμού διαδραματίζει και ο λαϊκισμός για την αναρρίχηση στην εξουσία ατόμων και την ικανοποίηση ιδιοτελών φιλοδοξιών.
Τέλος, η ανασφάλεια του σημερινού ανθρώπου και οι ανταγωνιστικές τάσεις που απογυμνώνουν τον άνθρωπο από οποιοδήποτε αίσθημα συλλογικότητας ευθύνονται για την έξαρση και την έκρηξη της μισαλλοδοξίας, σε συνδυασμό με τους χαλαρούς κοινωνικούς δεσμούς, την απώλεια της ατομικότητας, το καθεστώς της μαζοποίησης και την αποπροσωποίηση της ζωής.
Κατ' αυτόν τον τρόπο ευνοείται η διαμόρφωση της αγελαίας νοοτροπίας, καλλιεργείται ο στείρος μιμητισμός, η παρορμητική και αχαλίνωτη συμπεριφορά. Οι συνθήκες μαζοποίησης που χαρακτηρίζουν τη σύγχρονη ζωή, ευθύνονται για την υποχώρηση του αισθήματος της ατομικής ευθύνης, την επιβολή της κατευθυνόμενης ακρισίας για την ευχερέστερη χειραγώγηση του ανθρώπου από μηχανισμούς και ομάδες που προωθούν ακραίες ιδεολογίες.
Ο εντοπισμός ενός παθογενούς φαινομένου και η οριοθέτηση των γενεσιουργών αιτιών είναι το πρώτο και απαραίτητο βήμα για την αντιμετώπισή του. Ωστόσο, για να υλοποιηθεί αυτή επιβάλλεται η θεωρία να μετουσιωθεί σε πράξη. Αν δεν καταπολεμήσουμε τον ρατσισμό δε θα μπορέσουμε ούτε "τα πέντε πράγματα" να διδάξουμε με επιτυχία στα παιδιά που γίνονται θύματα του ρατσισμού, ούτε βέβαια να επιτύχουμε τους βασικούς ανθρωπιστικούς στόχους της εκπαίδευσης για όλα τα παιδιά.
Η κοινωνία μας δεν έχει να φοβάται τίποτα απ' τους φτωχούς ματανάστες και τους πρόσφυγες αν τους αφήσει να ζήσουν στη χώρα μας ανθρώπινα. Προβλήματα εμφανίζονται μόνο όταν ένας μεγάλος αριθμός μεταναστών δια νόμου εξαναγκάζεται να ζει και να εργάζεται στο σκοτεινό περιθώριο της κοινωνίας.

Καταπολεμώντας λοιπόν το ρατσισμό και τη μισαλλοδοξία δίνουμε μεγαλύτερα περιθώρια ομαλής ένταξης όλων των ξένων στην ελληνική κοινωνία. Σ' αυτήν την περίπτωση η καταπολέμηση εθνικιστικών - ρατσιστικών φαινομένων συνεπάγεται μείωση έως και την εξάλειψη της παρανομίας και της εγκληματικής συμπεριφοράς των μεταναστών και προσφύγων.
Εξάλλου, δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι η ανθρώπινη αξιοπρέπεια είναι ένα αγαθό που οι άνθρωποι απολαμβάνουμε "εξ αδιαιρέτου" και γι' αυτό όταν τραυματίζεται στο πρόσωπο ενός ανθρώπου, αυτομάτως πληγώνεται η αξιοπρέπεια όλων όσοι θέλουν να είναι άνθρωποι. Επίσης, η δημοκρατική κοινωνία στηρίζεται σ' έναν κοινωνικό ιστό, και αν αυτός τραυματιστεί και αρχίζει να ξηλώνεται σε κάποια βασικά σημεία του, αυτομάτως το σύνολο της δημοκρατικής κοινωνίας απειλείται με καταστροφή. Επομένως, αντιμετωπίζοντας φαινόμενα ρατσισμού και μισαλλοδοξίας θωρακίζουμε τόσο την ανθρώπινη αξιοπρέπεια όσο και τη δημοκρατική υπόσταση της κοινωνίας μας.
Επίσης, η ανάγκη συστηματικής αντιμετώπισης του εθνικισμού,
του ρατσισμού και γενικότερα του φαινομένου της μισαλλοδοξίας
επιβεβαιώνεται από τις επιδράσεις στην ατομική και κοινωνική
ζωή του ανθρώπου. Σε κάθε επίπεδο της ζωής οι συνέπειες του φανατισμού είναι αληθινά αποκρουστικές. Ο φανατικός αγνοεί τους συμβιβασμούς και τις καλόπιστες κι ευγενικές. Γίνεται απάνθρωπος, ωμός, αποθηριώνεται, δε σέβεται τα δικαιώματα των συνανθρώπων του. Ο φανατισμός δημιουργεί καταστάσεις εμπάθειας και μίσους. Ας πάρουμε για παράδειγμα τη μισαλλοδοξία που εμφανίζεται στους αθλητικούς χώρους. Εκεί το αθλητικό ιδεώδες καταργείται και αλλοιώνεται η έννοια του αθλητισμού. Νέοι και έφηβοι βλέπουν τα γήπεδα ως χώρους εκτόνωσης και αντίδρασης απέναντι στα οικογενειακά και κοινωνικά ή ατομικά τους προβλήματα, Χειραγωγούμενοι από τους ηγέτες τους οδηγούνται σε συγκρούσεις που συχνά έχουν ως θύματα τους οπαδούς τον αντίπαλων ομάδων αλλά και αθώους πολίτες. Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις που καταστρέφεται η περιουσία των πολιτών ή του κράτους, Κατ' αυτόν τον τρόπο άμεσα και πειστικά αποδεικνύεται ότι το πάθος τυφλώνει τον άνθρωπο και τον οδηγεί σε μοιραία σφάλματα με οδυνηρές συνέπειες. Στον αντίποδα, ως ασφαλιστική δικλείδα για την εξασφάλιση της ειρηνικής συνύπαρξης των ανθρώπων προβάλλεται η ανθρωπιστική εκπαίδευση που μπορεί όχι μόνο να αμβλύνει τις προβληματικές καταστάσεις αλλά και να θέσει τα θεμέλια για ένα ανθρώπινο και πιο ποιοτικό κόσμο.

Παρόλο που το φάσμα του ρατσισμού πλανάται πάνω από το ελληνικό σχολείο, εμείς οι εκπαιδευτικοί μπορούμε να το καταπολεμήσουμε μέχρι το σημείο που φτάνει το επιχειρησιακό πεδίο μας. Δίνοντας έμφαση στην κατάλληλη προετοιμασία των μαθητών και μαθητριών, δημιουργώντας κατάλληλες συνθήκες στα σχολεία μας και οργανώνοντας σωστά το μάθημα μας με τις αναγκαίες εκπαιδευτικές παρεμβάσεις μπορούμε να εκτοπίσουμε κάθε ίχνος καχυποψίας προς τους ξένους και να οπλίσουμε τη νέα γενιά με πνευματικά εφόδια κατά των σειρήνων του εθνικισμού και της μισαλλοδοξίας.
Κατά τη διδακτική προσέγγιση οι μαθητές πρέπει να υιοθετήσουν κριτική στάση απέναντι στην κοινωνία και την πολιτεία. Με εφόδιο τις γνώσεις αλλά και τα βιώματα τους πρέπει ν’ ανακαλύψουν ότι στην καθημερινή πρακτική η κοινωνία και κυρίως η πολιτεία αρνούνται στην πράξη ν' αντιμετωπίσουν ισότιμα κάποιες διαφορές καταδικάζοντας έτσι τους διαφορετικούς ανθρώπους να φαίνονται κατώτεροι. Παράλληλα η εκπαίδευση κατά των εθνικών και κοινωνικών προκαταλήψεων δεν έχει νόημα μόνο για τα θύματα των προκαταλήψεων αλλά και για τους ίδιους τους φορείς τους, καθώς έτσι μπαίνουν οι προϋποθέσεις ώστε το σχολείο να επιτύχει ορισμένους από τους βασικούς σκοπούς του.
Όταν το σχολείο θ' αναλάβει πρωτοβουλία σ' ένα πεδίο φορτισμένο από προκαταλήψεις θα πρέπει να φροντίσει ώστε να εξασφαλίζει το σεβασμό των ανθρώπινων όντων και να εφησυχάσει τους γονείς δίνοντας τους εχέγγυα για το πραγματικό ενδιαφέρον του σχολείου προς τα παιδιά τους και τα προβλήματα που ενδεχομένως ανακύψουν. Ειδικά ο διευθυντής του σχολείου οφείλει να δείξει φιλική συμπεριφορά προς το περιβάλλον των παιδιών μεταναστών και με υπομονή να εξηγήσει τους κανόνες λειτουργίας του σχολείου που οριοθετούν τόσο τα δικαιώματα όσο και τις υποχρεώσεις των μαθητών. Καλά θα ήταν μακροπρόθεσμα να επιδιώξει περαιτέρω επαφή με τις οικογένειες των μεταναστών και προσφύγων δείχνοντας έμπρακτα ότι δεν τους διαφοροποιεί και ότι έχει τόσο ο ίδιος, όσο και ολόκληρη η σχολική κοινότητα την πρόθεση αλλά και την διάθεση να μάθουν για τον τόπο καταγωγής τους, τον πολιτισμό τους, τα ενδιαφέροντα τους, γιατί όχι και τους προβληματισμούς τους.
Στοιχεία της αντιρατσιστικής εκπαίδευσης και παρέμβασης θα πρέπει να είναι ο εντοπισμός και η αποκάλυψη των ακροδεξιών δραστηριοτήτων, ώστε να καταδειχθεί η ηθική και ιδεολογική σύγχυση, η απουσία συλλογικού οράματος και σταθερών προσανατολισμών αλλά κυρίως η κρίση και η καταρράκωση των ανθρωπιστικών αξιών που τις χαρακτηρίζουν.

Ως εκπαιδευτικοί που επιθυμούμε να παρέμβουμε αποτελεσματικά στην καταπολέμηση του ρατσισμού επιβάλλεται να κινούμαστε κατά τη διάρκεια της διδασκαλικής πράξης σε δύο κυρίως επίπεδα. Το πρώτο αφορά γενικά τη στάση μας πάνω στο θέμα, που μπορεί να συνοδεύεται από παρεμβάσεις σε οποιαδήποτε στιγμή κάθε μαθήματος, διότι η αντιρατσιστική προσέγγιση δεν είναι μια διδακτική ενότητα που έχει διακριτή αρχή και διακριτό τέλος. Το δεύτερο έχει να κάνει με την θετική εκμετάλλευση και προσαρμογή κάθε μαθήματος, έτσι ώστε το γνωστικό αντικείμενο να εξυπηρετεί τους στόχους μας. Έτσι το γενικό φαινόμενο (π.χ. παιδική εργασία) αποκτούν συγκεκριμένη εικόνα συμβάλλοντας στην απόκτηση γνώσεων σημαντικών στο πλαίσιο της αντιρατσιστικής εκπαίδευσης.
Με οδηγό το επίσημο αναλυτικό πρόγραμμα διαπιστώνουμε ότι
υπάρχουν στην εκπαίδευση μας δυνατότητες να παρέμβει ο
δάσκαλος ή ο καθηγητής και άλλοτε με επιστημονικά δεδομένα,
άλλοτε με φιλοσοφική, ιδεολογική προσέγγιση του μαθήματος, να
περάσει στους μαθητές μια ιδιαίτερη διάσταση με αντιρατσιστικό
χαρακτήρα. Έτσι ο βιολόγος μπορεί από τη μια να καταδείξει και
να ερμηνεύσει φαινόμενα που έχουν ως συνέπεια τη μετανάστευση
μεγάλου αριθμού ανθρώπων και από την άλλη να αναδείξει ότι το
ανθρώπινο είδος είναι βιολογικά ενιαίο. Αυτό που φυσικά πρέπει
να προσεχθεί και να ληφθεί υπόψη είναι σίγουρα το ηλικιακό
επίπεδο των μαθητών στους οποίους απευθύνεται. Στους μαθητές
της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης θα μιλήσει για τα οικολογικά
προβλήματα, τον οικονομικό καταμερισμό σε παγκόσμιο επίπεδο
και θα προσπαθήσει να συνδέσει την υπανάπτυξή τους με την έλλειψη δημοκρατικών διαδικασιών κατά την εκλογή των ηγετών
τους. Σ' ένα άλλο επίπεδο, σ' αυτό της δευτεροβάθμιας
εκπαίδευσης, θα μιλήσει για την εξέλιξη των οργανισμών, τη
γενετική και την κληρονομικότητα στοχεύοντας να αναιρέσει δοξασίες για βιολογικά ανώτερους ή κατώτερους ανθρώπους.
Συνεχίζοντας, μέσα από το μάθημα της Γεωγραφίας μπορούμε να
εντοπίσουμε τις μορφές μεταναστεύσεων και τις αιτίες που
προκαλούν τις μαζικές μεταναστεύσεις στη σημερινή εποχή.
Το μάθημα των θρησκευτικών, αν δε χαρακτηρίζεται από δογματισμό και τάσεις μισαλλοδοξίας προς τους αλλόθρησκους, μπορεί να δώσει ερεθίσματα και σαφείς κατευθύνσεις σε ό,τι αφορά τις σχέσεις με άτομα άλλων ομάδων, περνώντας το μήνυμα της αγάπης προς τον πλησίον, της ισότητας όλων των ανθρώπων αλλά και της βασικής υποχρέωσης των ανθρώπων να διαχειρίζονται και να φροντίζουν τη γη από κοινού και να μοιράζονται με όλους τους άλλους ανθρώπους τα αγαθά.

Παράλληλα, η ξενόγλωσση διδασκαλία, εκτός από τη γνώση μιας άλλης γλώσσας πέρα από τη μητρική, συμβάλλει στην κατάκτηση γνώσεων σχετικών με το πολιτιστικό πλαίσιο μιας άλλης χώρας. Επιπλέον, οι διδάσκοντες μπορούν να επιλέξουν ανάλογα κείμενα από όπου μπορούν οι μαθητές να διαμορφώσουν μια ολοκληρωμένη εικόνα πολυπολιτισμικών κοινωνιών, να πεισθούν για την ομαλή και εποικοδομητική συνύπαρξη διαφορετικών λαών, να μελετήσουν ρατσιστικές συμπεριφορές κι εκδηλώσεις, να αναφερθούν σε ιστορικά ανάλογα (π.χ. στην εποχή του Χίτλερ) και μέσα από γόνιμο προβληματισμό να καταδικάσουν τα φαινόμενα μισαλλοδοξίας και εθνικισμού.
Στα παραπάνω αξίζει να γίνει αναφορά και σε ένα μάθημα θεωρητικού περιεχομένου μεν, αλλά μεγάλης σπουδαιότητας ως προς τον τρόπο που μπορεί να αγγίξει τις παιδικές ψυχές. Μέσα από το μάθημα της διδασκαλίας λογοτεχνικών έργων, ο δάσκαλος, με τον τρόπο που ερμηνεύει τόσο το περιεχόμενο όσο και τους χαρακτήρες μπορεί να επηρεάσει την εν γένει πρόσληψη του έργου εκ μέρους των μαθητών και των μαθητριών. Όταν απευθύνεται σε παιδιά μικρής ηλικίας θα πρέπει να απορρίψει βιβλία που αναπαράγουν και διαιωνίζουν στερεότυπα και μύθους για διάφορες μειονότητες ή αν δε μπορεί να λειτουργήσει ακυρωτικά, τουλάχιστον μέσα από συζήτηση να μετατρέψει τα ζητήματα που θίγονται σε εναύσματα για ευαισθητοποίηση σε θέματα ρατσισμού. Πρέπει να προσέξει ο εκπαιδευτικός την εικονογράφηση, την πλοκή, τον τρόπο που παρουσιάζονται και επιλύονται διάφορα προβλήματα, το λεξιλόγιο που χρησιμοποιείται, αν υπονοούνται κρίσεις για τον τρόπο ζωής κάποιων μειονοτήτων ή αν τέλος αναπαράγονται στερεότυπα. Ο εντοπισμός τέτοιων χαρακτηριστικών δε σημαίνει αποφυγή τους, αλλά μάλλον υποχρέωση ώστε να αποτελέσουν θέμα συζήτησης και διευκρίνησης. Στο ίδιο πλαίσιο της αποφυγής εθνικών στερεοτύπων και προκαταλήψεων μπορεί να κινηθεί και το μάθημα της ιστορίας.
Επιπρόσθετα, η σωστή διδασκαλία του μαθήματος των μαθηματικών, μπορεί να συμβάλλει στην αντιρατσιστική εκπαίδευση καταπολεμώντας την αντίληψη ότι αυτά είναι προϊόν αποκλειστικά του ευρωπαϊκού πολιτισμού, ώστε οι μαθητές να εκτιμήσουν άλλους πολιτισμούς και να αναγνωρίσουν τη συμβολή τους στην εξέλιξη των μαθηματικών. Έτσι, αν ο δάσκαλος κάνει χρήση του μαγικού τετραγώνου ή του «tangram» θα δώσει την ευκαιρία στους μαθητές και τις μαθήτριες να διαπιστώσουν πως άλλοι λαοί, όπως οι Αιγύπτιοι, οι Ινδοί, οι Κινέζοι ασχολήθηκαν με τη μαθηματική επιστήμη και μάλιστα σε υψηλά επίπεδα.
Επιπλέον, κατά τις εκφωνήσεις προβλημάτων η κατά τις αναλύσεις στατιστικών πινάκων οι εκπαιδευτικοί οφείλουν να αποφεύγουν τη αρνητικών εικόνων και στερεοτύπων και να αναπτύσσουν στους μαθητές την ικανότητα να διαβάζουν και να αναλύουν με σωστό τρόπο τα στατιστικά δεδομένα.
Τέλος, αποτελεσματική παρέμβαση στο σχολείο για την αντιμετώπιση του ρατσισμού μπορεί να αποτελέσει η σωστή χρήση των μέσων μαζικής ενημέρωσης καθώς μέσα από τα άρθρα εφημερίδων και μαγνητοσκοπημένων ειδήσεων είναι δυνατόν άμεσα να καλλιεργηθεί η ικανότητα των μαθητών να καταγράφουν και να ερμηνεύουν με σωστό τρόπο τις σχετικές ειδήσεις, αφαιρώντας όποια αρνητική χροιά μπορεί να τις συνοδεύει.
Κλείνοντας, θα ήθελα να συνειδητοποιήσουμε όλοι οι εκπαιδευτικοί ότι, ενώ είναι δύσκολο να παρέμβουμε στον τομέα των θεσμοθετημένων μέτρων που δικαιολογούν τις διακρίσεις, ωστόσο μπορούμε να εμφυσήσουμε στους μαθητές μας ανθρωπιστικά ιδεώδη και με κριτική ματιά πλέον να δουν όσα οι εκάστοτε ηγεσίες αποφασίζουν για τους μετανάστες και τους πρόσφυγες. Έτσι, θα μπορέσουμε να ανταποκριθούμε στα αιτήματα μιας κοινωνίας που έχει ανάγκη από φύλακες Θερμοπυλών, από οχυρά ανθρωπιάς και από Φάρους που οδηγούν τα παιδιά της σε ανώτερα επίπεδα.
 

Αναγνώστου Ηλίας